ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΣ

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΣ: https://drive.google.com/folderview?id=0B2R6tNC3qVhKako0Mm5FRkxqcWc&usp=sharing

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016


ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ Ι. Κ. ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΔΙΚΩΝ ΔΙΩΓΜΩΝ ΠΟΥ ΕΞΑΠΕΛΥΣΑΝ ΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΠΟΙΜΕΝΟΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΙΜΜΛ ΚΑΙ ΙΜΧ.   










Αγγλία 07/09/16
Σεβαστοί πατέρες ευλογείτε,


Σας γράφουμε από την Αγγλία που διαμένουμε τα τελευταία χρόνια για να σας εκφράσουμε την λύπη μας για τα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα από την 26η του περασμένου μηνός Ιουνίου, όπου έλαβε τέλος η λεγομένη Αγία και Μεγάλη σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Κολυμπάρι της Κρήτης.
Το πρώτο γεγονός είναι η έλλειψη τοποθέτησης μέχρι σήμερα από την Ιερά Κοινότητα για τις αποφάσεις τις συνόδου. Το γεγονός αυτό μας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση διότι τα κείμενα που υπογράφηκαν επικυρώνουν συνοδικά την παναίρεση του οικουμενισμού πράγμα που είναι φοβερό στην ακοή του. Έχουν γραφεί μελέτες από έγκριτους καθηγητές όπως τους κυρίους Τσελεγγίδη και Κυριαζόπουλο που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό μας. Πιστεύουμε ότι και εσείς θα έχετε φτάσει στα ίδια συμπεράσματα μετά από την μελέτη των κειμένων που θα έχετε κάνει. Ειλικρινά απορούμε πώς δεν έχετε πάρει ακόμα θέση σε αυτήν την προδοσία της αγίας πίστεως μας, εσείς που θεωρήστε η ακρόπολη της Ορθοδοξίας.
Δεύτερο συμβάν ακόμα λυπηρότερο του πρώτου είναι οι διώξεις των μοναχών από δύο ιερές μονές (ΙΜΜΛ, ΙΜΧ) και ο φόβος μας να μην επακολουθήσουν και άλλες. Αλήθεια, πώς θα μπορούσαμε να μείνουμε απαθείς μπροστά σε αυτήν την κατάσταση όπου το περιβόλι της Παναγίας όχι μόνο να σιωπά στα θέματα της πίστεως αλλά να διώκει τους αγιορείτες πατέρες που εμμένουν στην ορθόδοξη παράδοση και προσπαθούν να ενημερώσουν το πλήρωμα της Eκκλησίας για την προδοσία της πίστεως που συντελείτε τις τελευταίες δεκαετίες; 
 
Έχοντας προσωπική εμπειρία του τι δαιμονικό πράγμα είναι ο οικουμενισμός-συγκριτισμός λόγω της διαβιώσεως μας στην Αγγλία, ταπεινά σας παρακαλούμε να αρθείτε στο ύψος των περιστάσεων και να πάρετε θέση συντασσόμενοι με τους ομολογητές αγιορείτες πατέρες και όχι διώκοντας τους. Σαν ενσυνείδητοι Ορθόδοξοι Έλληνες σεβόμαστε τον θεσμό του οικουμενικού πατριαρχείου και όλων των άλλων πατριαρχείων και των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, αλλά επ’ουδενί λόγω μπορούμε να συμφωνήσουμε και να ακολουθήσουμε τα οικουμενιστικά ανοίγματα τους, κατά συνέπεια έχουμε διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους.


Αιτούμενοι τις προσευχές σας




Ιωάννης Κωφίδης Ηλεκτρολόγος Μηχανικός
Παναγιώτης Τσάλλος Ιστορικός
Αναστασία Κάτσου
Ανδρούλα Αντωνίου




AIΣΧΟΣ ΑΙΣΧΟΣ ΑΙΣΧΟΣ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ.
ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΑ ...ΑΓΙΟΓΡΑΦΗΣΑΝ ΣΕ ΝΑΟ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ.


ΑΝΑΠΑΡΕΣΤΗΣΑΝ ΣΕ ΝΑΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΤΗΝ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ





Να και κατι που δεν το περιμεναμε, αλλα οι ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ μας το εφεραν και αυτο το ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΟ ΑΝΟΣΙΟΥΡΓΗΜΑ.
Δημοσιεύουμε φωτογραφία παράστασης της ΛΗΣΤΡΙΚΗΣ Συνόδου της Κρητης που συνήλθε τον περασμένο Ιούνιο (2016), η οποία σε στυλ αγιογραφιας κατασκευαστηκε στον νεο Ναό του Αγίου Ιωάννου Βλαδιμήρου στο Μπάρ του Μαυροβουνίου. 
  Και μαλιστα την κατασκευασαν κατα τις παραδοσιακές απεικονίσεις των Οικουμενικών Συνόδων, με την αναπαραστασι των δέκα προκαθημένων των "Ορθοδόξων Εκκλησιών" που έλαβαν μέρος στην Σύνοδο με άπασαν την αρχιερατική στολή τους, κρατώντας το Ευαγγέλιο, ενώ απεικονίζει και τους συμβούλους τους αρχιερείς – δύο για κάθε προκαθήμενο, όπως είχε οριστεί – με επανωκαλύμμαυχο και εγκόλπιο, μέσα σε ένα πλοίο, που είναι ταχα η ναυς της ΠΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΤΟΥΣ "εκκλησίας", η οποία πλέει στο μέγα πέλαγος της ιστορίας. 

Στη μέση της σύνθεσης ευρίσκεται το ιερό Ευαγγέλιο και στο πάνω μέρος – μεταξύ του Αρχιαιρεσιαρχου Οικουμενιστού "Πατριάρχου" Βαρθολομαίου και του Οικουμενιστου "Πατριάρχου" Αλεξανδρείας Θεοδώρου (εχοντας πλαϊ του τον Μπραζαβιλ ...χαριεστατο Αραθημο) και των "εκλεκτων" αρχιερέων τους – απεικονίζεται το "Άγιο Πνεύμα" εν είδει περιστεράς. 
Τετοιο ειναι το μεγεθος της υψιστης ασεβειας των ΛΥΣΣΑΛΕΩΝ Παναιρετικων Οικουμενιστων.

Στην κορυφή της παράστασης ο Χριστός ευλογεί, με την Παναγία και τον Πρόδρομο δεξιά και αριστερά, να συμπληρώνουν την σύνθεση. 

Υπάρχει επιγραφή στα Σερβικά που δηλώνει ότι πρόκειται για την "Αγία και Μεγάλη Σύνοδο" της Ορθοδοξίας που συνήλθε στην Κρήτη. 

Σημειωνεται ότι οι Προκαθήμενοι που έλαβαν μέρος στα εγκαίνια του Καθεδρικού Ναού στο Μπαρ του Μαυροβουνίου, συμμετείχαν και στην ΛΗΣΤΡΙΚΗ αυτη Σύνοδο.  
Αυτοι δε ησαν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος, με τη συμμετοχή του Πατριάρχου Σερβίας κ. Ειρηναίου, του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου και του "αρχιεπισκόπου" Αχρίδος Ιωάννου, του ...καλοπαιδου των Παναιρετικων Οικουμενιστων. 
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσώπησαν στα εγκαίνια, ο Μητροπολίτης Γαλλίας κ. Εμμανουήλ και ο Μητροπολίτης Σηλυβρίας κ. Μάξιμος.
Δηλαδη οι ιδιοι κατασκευασαν αγιογραφια και...αγιογραφησαν τους εαυτους τους, για να διακηρυξουν τις πομπες τους και ....ολες μαζι τις αλλες ασεβειες τους.

ΒΡΟΧΗ ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΙΣ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ, ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΟΛΔΑΒΙΑ!

Moldovan Clergy Cease Commemoration of Local Bishop and Russian Patriarch Over Document on Ecumenism

2var_6932-1200I just received the below translation via email. As of yet I do not have an original source of the clergy’s declaration to cease commemoration. I will update the post if/when I learn more.
________________________________________________________________
The Defense of the Moldovan Clergy’s Cessation of Commemoration
A Defense of the cessation of commemoration of the local Bishop, the Metropolitan of Chișinău and all Moldova, Vladimir, and of his beatitude Patriarch of Moscow and all Russia, Kyrill in the Divine Liturgy and in all other services of the Church
Translated by Vincent DeWeese
Modern Greek quotations by John Phares

On the 20th of February 2016 on the official webpage of the Metropolis of Moldova, an article was published with the title “A Declaration of Canonical Disobedience,”[1] a response to the declaration which the undersigned clerics addressed to the Metropolis of Moldova, where we announced that we are ceasing commemoration of the local bishop, the Metropolitan of Chișinău and all Moldova, Vladimir, and of his Beatitude Patriarch of Moscow and all Russia, Kyrill, due to recent ecclesiastical events related to the preparation for the Holy and Great Pan-Orthodox Synod, but also because of the meeting in Cuba of the Pope of Rome, Francis, with the Patriarch of Moscow, Kyrill, and the text of their joint declaration.
We [desire and] wait with anticipation to commemorate once again our Hierarch and our Patriarch. We are not transgressors, nor do we desire schism, we are for the Church and within the Church, but the cessation of commemoration is our sign and protest within the Church because something is not right.[2] We do not intend to organize “parallel Synods,” but to implement the 15th canon of the First-Second Synod, precisely because we wish to be first of all in full communion with the Orthodox Faith.
We, the undersigned clergymen of the present declaration, who are mentioned in the article in question, reject all of the accusations against us, especially the accusations concerning the creation of a schism, because these have no canonical basis. Our action is based strictly in the teaching of the Orthodox Church concerning schism and heresy, as it is expressed in the 13th, 14th, και 15th Canons of the First-Second Synod of Constantinople in 861. The second part of the 15th Canon, according to the interpretation of the Holy Confessor Nikodemos[3], is a completion of the preceding canons, because it places the canonical terms of their implementation and identifies the unique case for the cessation of the commemoration of the local hierarch, which is to say, the proclaiming of heresy bareheaded [γυμν τ κεφαλ]. As St. John Chrysostom teaches us, obedience and subjection to the priest, to the hierarch, or to the Synod no longer hold when the issue concerns heresy: “For if one has perverted doctrines, even if he be an angel, do not obey [him]. But if he teaches correctly, pay no heed to his way of life, but to his words.” (John Chrysostom, Homily 2 on 2 Tim., PG 62, 610).
These canonical conditions are articulated chiefly in St. Nikodemos’s interpretation of the first Canon of the Third Ecumenical Synod:
“Putting forth this condition, the Synod of Ephesus intends that legal-ecclesiastical canon, the basis of which the hierarchical structure possesses the full legal authority only when it acts within the boundaries which the law places and when the wielders of this authority are strictly subject to the laws and the teaching of the Orthodox Church. Conversely, when they are distant from these laws and they violate the strictly defined lawful terms, this [ecclesiastical] authority loses all of its rights. Let us interpret further the canons of the Synod which was gathered together in Constantinople in 861, and we will understand what power this canon has always had in the Church.”[4]
Thus, acting within the strict requirements of the Canon Law of the Orthodox Church, we state that the unique cause of our own cessation of commemoration of our local Bishop, and of his Beatitude the Patriarch of Moscow and all of Russia, Kyrill, is the public and open preaching of heresy on their part.
Within the aforementioned text which was published on the official webpage of the Metropolis of Moldova, it is underlined that his Eminence, Vladimir, “never promoted or preached ecumenism publicly or under any other form.” With deep sorrow and grief, we find this assertion to be false, because for anyone to sign or to vote positively or to not resist or to not state publicly his opposition to a public document which is un-Orthodox and was received by a synodal body of the hierarchy to which he belongs, is the same as to express agreement and for the same man to proclaim heresy bareheaded [γυμν τ κεφαλ]. Saint Maximus the Confessor broke communion with the Patriarch of Constantinople, because he had signed a heretical monothelite and monergist document.
Thus, from the 2nd-3rd of February 2016, the Hierarchy of the Russian Orthodox Church, with the immediate participation of His Eminence Metropolitan of Chișinău and All Moldova, Vladimir, approved the preliminary texts for the Holy and Great Pan-Orthodox Synod, which the Synaxis of the Primates of the Orthodox Churches drafted in Chambesy, which had gathered from the 21st until the 28th of January, 2016. In particular, in the fourth paragraph of the “Decision of the Holy Synod of the Russian Orthodox Church from 2nd -3rd of February,” it is claimed: “The members of the Hierarchy confess that in their present form, the preliminary documents of the Holy and Great Synod do not violate the authenticity of the Orthodox faith and they do not come into opposition with the canonical tradition of the Church.”[5]
One of these entitled “Relations of the Orthodox Church toward the rest of the Christian world,” contains a series of ecclesiological heresies, for which reason we ended up ceasing commemoration of the local bishop and of Patriarch Kyrill.
The specific reasons for ceasing commemoration are the following:
[The claim concerning the] lost unity of Christians
In the fifth paragraph of this particular text, there is talk about “the restoration of the unity of Christians” and “for the lost unity of Christians.”[6] However, having in our view all these things, we wonder together with the Apostle Paul: “Can Christ be divided?” (1 Cor 1:13). The use of such terms is an immediate denial of dogma concerning the One, Holy, Catholic, and Apostolic Church, because, according to St. Justin Popovic: “The Godman Christ united in His Church ‘the things in heaven and the things on earth, in Him’ (Eph 1:10). All of the mysteries of heaven and earth are united in a unique mystery, in a “great mystery”, in the hyper-mystery of the Church.”[7] And again, “The True Godman Christ, in the perfect fullness of evangelical and theanthropic reality, is completely present in His theanthropic Body, the Church, as it was in the time of the Apostles, as it is today, and will be in eternity.”[8] The Church is One, as Christ is One, and the unity of “Christians” outside the Church cannot be anything but a unity in sin and heresy. The text of the fifth paragraph does not make clear what it means by “unity of Christians,” leaving room for each to interpret it as he wishes.
The recognition of the existence of other Christian churches
In the sixth paragraph, the aforementioned document declares that “The Orthodox Church recognizes the historical existence of other Christian Churches and Confessions not found in communion with her.”[9] If the Orthodox Church is the One Church, then how can there be talk about the existence “of other Christian Churches?” The religious organizations to which the document refers are in no way able to be named “Churches,” especially since this is a synodal document which was approved by an archiepiscopal synod. We ask the Synod to clarify the term “Christian Churches” in relation to the “Orthodox Church” because these formulations are contradictory. In the one, we start from the idea that the Church is One, and in the other, we speak about “Christian Churches.”
What kind of ecclesiology emerges here? We, however, give witness together with Photios the Great that “There is only one Church of Christ, apostolic and catholic. No more, not even two. And the others are synagogues [gatherings] of the wicked and a synod of trespassers.”[10] And the claim that there exist other Christian churches is against the foundational teaching of the Orthodox Church, because it constitutes an heretical ecclesiology. Furthermore—since the matter concerns public documents of the Orthodox Church which were voted and ratified by the members of the upper hierarchy at the synodal level, “the terminology of the decisions must be strictly theological and ecclesiological. The decisions must be in harmony with the entire tradition of the Church which is not conservative, but traditional; it is not constituted by idleness but by movement, by means, however, of theological and ecclesiological thought. In this way, in the authoring of the texts, it will be necessary for the Bishops and theologians to participate which select the terminology which will be used, so that it does not express neo-scholastic, “existential” and post-patristic theology, with a double meaning, which was not delineated conceptually by the Holy Fathers and the ecclesiastical Tradition.
“It is well-known that the Fathers of the Church in the Ecumenical Synods struggled with vigor, and by the inspiration of the Holy Spirit, they used suitable terminology (“with few words and much understanding”) which expresses the orthodox faith securely and in a God-inspired way. A choice of erroneous terminology creates a falling away from orthodox teaching. Special attention is necessary in this and suitable Clergymen are required who know sufficiently the history and content of the terms and phrases.”[11]
The World Council of Churches
Further on in the text which we are analyzing, it is claimed that “the local Orthodox Churches-members of the W.C.C. participate fully and on equal footing in the organization of the World Council of Churches,”[12] which in essence is the source of ecclesiological heresies. Thus, in the 13th article it is claimed that the statues of the organization in question constitute the basis for the participation of the Orthodox Church in the W.C.C. such as the State of Toronto in 1950.[13] In the first of these documents, in the statutes of the World Council of Churches, it is defined that “the churches through the Council will […] facilitate common witness in each place and in all places, and support each other in their work for mission and evangelism.”[14] However, the Orthodox Church, since she is the One Church is unable to be connected to heretical organizations in common declarations and cannot support them in their missionary work and preaching of the gospel, because these do not guide men to Christ, according to the witness of St. John Chrysostom:
“And knowing this, we know that the salvation of the entire world crosses [into the world] not by those under the Law but by Christ, and we do not apportion for the godless heresies anything to do with hope, but we place them absolutely beyond hope, because they, in fact, have not even the least participation in Christ.[15]
And the Declaration of Toronto (1951) which is highlighted in the text “Relations of the Orthodox Church toward the Christian world,” contains the following claim:
“The member Churches recognize that the character of membership in the Church of Christ includes more than those included in their own church body […] All Christian churches, including the Church of Rome, believe that there is no full identity between membership in their own church and membership in the Catholic Church. They recognize that there exist members of the church outside of the walls [extra muros], that these belong equally [aliquot modo] to the Church or even that the church exists outside of the church [ecclesia extra ecclesiam].”[16]
We consider these heresies and blasphemies to be irreconcilable with Orthodoxy, because we confess that there is a complete identity between the Orthodox Church and the Church of Christ.
Continuing, the document “Relations of the Orthodox Church toward the rest of the Christian world” claims that “The Orthodox Church […] evaluates positively those texts issued by them” ]by the Commission “Faith and Order”].[17] One of the theological texts which was composed in Lima in 1982, with the title, “Baptism, Eucharist, and Ministry” claims chiefly that “The Churches must avoid attributing their special form of the priesthood immediately to the will and institution of Jesus Christ.”[18] We confess that such a claim is absolutely irreconcilable with the teaching of the Orthodox Church whose priesthood we believe to have been found by Jesus Christ Himself.
At the same time, in the text approved at Chambesy, it is claimed that “the Orthodox Church has reservations concerning fundamental questions of faith and order.”[19] However, concerning the text “Baptism, Eucharist, and Ministry, such reservations were not expressed, a thing which the Patriarch of Moscow, Kyrill, stresses, the same who claimed that the text in question is the result of “Orthodox participation and witness at the W.C.C.”[20]
The above demonstrations which do not even exhaust the series of heresies of the W.C.C. where the Orthodox Churches participate “fully and on equal terms” are more than sufficient to claim that this organization, the W.C.C., is heretical. And when the same participation of the Orthodox Churches in the W.C.C. is unacceptable, how much more condemnable is the validation of the values of this organization at the level of the Hierarchy of the Russian Orthodox Church, and [im]possible to be acceptable to the Orthodox faithful.
The Synodal System
Further in the text put forth by the Synaxis of the Primates of the Orthodox Churches, it is claimed that “the preservation of the authentic orthodox faith is secured only by the synodal system which has always constituted the guarantee and final judge in the Church concerning matters of faith.”[21] The synodal system is very important for the Church because it constitutes an expression of her Catholicity, but in no case is it ever able to be named “guarantee and final judge concerning matters of faith,” a thing which has been proved so many times in the History of the Church. Let us only remember the robber Synod of Ephesus in 449, in which 600 bishops participated and approved the monophysite heresy.
And “the preservation of the authentic orthodox faith” is a function of the Catholicity of the Church because the Church “is called, therefore, Catholic, on account of being according to all of the ecumene, from the ends of the earth to the ends [of the earth]; and on account of completely and universally teaching the entirety of the dogmas which ought to come to the knowledge of men, concerning both things visible and invisible, heavenly and earthly; and on account of subjecting every generation of men to piety.”[22] This faith, however, is not safeguarded only by the synodical system [of hierarchs]—which should not be considered infallible—but is safeguarded by the whole body of the Church.
The apostle Paul tells us the same thing:
“But if even we or an angel from heaven preach a gospel which is contrary to the gospel which we have preached to you, let him be anathema. As we have said before, even now we say again: if anyone preach to you a gospel which is contrary to that which you have received, let him be anathema.”
St. Theophylact of Bulgaria interprets these words as follows:
“By anathematizing the angels, he casts out all authority; and through himself, all familiarity. […] But he does not say this as if condemning the apostles, but wishing to sew shut the mouths of deceivers, and to show forth that when what is spoken of concerns dogmas one does not submit to authority.” [23]
Therefore, a synod is an authentic expression of the Catholicity of the Church only when it is found to be of one voice and mind with the Holy Scripture, the Holy Synods, and the Holy Fathers of the Orthodox Church, and not exclusively by means of the mechanical expression of the synodal system, as St. Basil the Great claims:
“That there is need of hearers, who have been educated in the scriptures, to test the things which are spoken by their teachers, and to accept whatever is consonant with the scriptures, but to reject whatever is foreign, and most vehemently to turn oneself away from those who persist in such teachings.”[24]
The claim of the proposed text tends to replace the Catholicity of the Church with the synodal system as the absolute point of reference in matters of faith, something which is alien to the teaching of the Church.
Conclusions
We consider the adoption (even through the following assertion: “The members of the hierarchy confess that in their present form, the preliminary texts of the Great and Holy Synod do not violate the authenticity of the orthodox faith and do not come into opposition with the canonical tradition of the Church”) of the text “Relations of the Orthodox Church with the rest of the Christian world” as a proclamation of heresy bareheaded [γυμν τ κεφαλ] and an enactment at the level of the local Synod of the abovementioned heretical teachings, something for which, following the teaching of the Orthodox Church articulated in the 15th Canon of the First-Second Synod from Constantinople in 861, as well as in the entire tradition of the Church, in the lives and writings of the Holy Fathers of the Orthodox Church, we cease the commemoration of the local bishop and of his Beatitude, Patriarch of Moscow and all Russia, who participated and voted for the document in question and we act in this way until the repudiation and condemnation of the heresy which is expressed in the aforementioned text.


[1] www.mitropolia.md, 20.02.2016
[2] The relevant arguments will be presented further on.
[3] St. Nikodemos Milas – Правила Святой Православной Церкви с толкованиями Никодима, Епископа Далматинско-Истрийского (The Canons of the Orthodox Church, interpretation of the 15th canon of the First-Second Synod).
[4] St. Nikodemos Milas – Правила Святой Православной Церкви с толкованиями Никодима, Епископа Далматинско-Истрийского (The Canons of the Orthodox Church, interpretation of the first canon of the Third Ecumenical Synod).
[5] Постановления Освященного Архиерейского Собора Русской Православной Церкви, 3rd paragraph.
[7] St. Justin Popovic, Ecclesiological Chapters, 34.
[8] Ibid.
[10] Photios the Great, Epistle to Pope Nicholas.
[11] Ierotheos, Metropolitan of Nafpaktos, “The Meeting of the Primates of the Orthodox Church,” Ecclesiastical Intervention 212, March 2014.
[15]  John Chrysostom, On holy Pascha (sermon 1), 14, PG 59, 725.
[16] And continuing, “…This recognition finds expression in the fact that with very few exceptions the Christian churches accept the baptism administered by other churches as valid”http://www.oikoumene.org/en/resources/documents/central-committee/1950/toronto-statement.
[18]  “Baptism, Eucharist, Ministry”, 1982, cap. 3, II.11, apud oikoumene.org
[20] Metropolitan Kiril (Gundeaev) – Православие и экуменизм: Документы и материалы 1902-1998 (Orthodoxy and Ecumenism: Texts and Materials 1902-1998), p. 44.
[22] Cyril of Jersualem. Catechesis 18, chapter 23, PG 33, 1044A.
[23] Theophylact, Archbishop of Bulgaria, Interpretation of the Epistle to the Galatians, PG 124, 960-961.
[24] Basil the Great, Principle of Ethics, 72, 1, PG 31, 845D, 848A.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016


«Τοις δε τη θεία Γραφή μη πειθομένοις …»: Σχίσμα κάνουν, όσοι χωρίζονται δια της αιρέσεως από την αλήθεια κι όχι όσοι απομακρύνονται από την αίρεση!

Το να μην αντιμετωπίζουμε την αίρεση είναι εσφαλμένο, όχι μόνο θεολογικά, αλλά και λογικά π. Αυγουστίνε!



Ηγούμενος της Ι. Μ. Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά Φιλώτα

   Ο άγιος Ιωάννης o Δαμασκηνός στο δογματικό του έργο: «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» και συγκεκριμένα στο 5ο κεφάλαιο που επιγράφεται «Ἀπόδειξις, ὅτι εἷς ἐστι θεὸς καὶ οὐ πολλοί» παρέχει την δυνατότητα στον εργάτη του Ευαγγελίου να χρησιμοποιεί εκτός των θεολογικών επιχειρημάτων -χωρίων κυρίως από την Αγία Γραφή- και λογικά επιχειρήματα, όταν ο συνομιλητής του δεν πείθεται από τον Βιβλικό-εκκλησιαστικό λόγο· «τοῖς δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ μὴ πειθομένοις οὕτω διαλεξόμεθα…».
   Εξήγησα πολλές φορές θεολογικά γιατί δεν κάνουμε σχίσμα όσοι διακόπτουμε κοινωνία,δια του επισκόπου μας, με τον οικουμενικό Πατριάρχη, σαφώς και με όσους συμφωνούν με τα οικουμενιστικά του δρώμενα μεταξύ αυτών και την εν Κολυμπαρίῳ γενομένη ψευδό-σύνοδο. Όταν δεν υπάρχει σοβαρός θεολογικός αντίλογος προσπαθούν ορισμένοι να μας φορέσουν την πινακίδα του σχισματικού· θα τους απαντήσουμε όμως, ότι εφ’ όσον εν συνειδήσει αποδέχονται όσα αποφάσισε η Σύνοδος της Κρήτης -σημειωτέον ότι οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τις Εκκλησίες που υπέγραψαν- δεν είναι αιρετικοί μόνο, διότι αποδέχονται τα τεκταινόμενα παρά αυτής άνευ διαμαρτυρίας και μένουν σε κοινωνία με αυτούς που εξόκειλαν από την παραδοθείσα Πίστη, αλλά επιβαρύνουν την θέση τους έτι μάλλον, διότι ενώ τους δίδονται εξηγήσεις εκ της Γραφής και των Αγίων Πατέρων διαστρέφουν την αλήθεια καθιστάμενοι ούτως ενσυνειδήτως κακόδοξοι!
  Η αρχή της απροσδιοριστίας ή διαφορετικά αρχή της αβεβαιότητας δεν ισχύει για τα εκκλησιαστικά γεγονότα αφού προσδιορίζονται τοπικά και συνάμα χρονικά και, βέβαια, δεν
λαμβάνουν χώρα στον μικρόκοσμο αλλά στον μακρόκοσμο και το ιστορικό γίγνεσθαι. Ότι είπε και έπραξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι συγκεκριμένα και κακόδοξα. Αναφέρθηκαν σε άλλη συνάφεια, αλλά διαπιστώνουμε ότι ή δεν ενημερώνεστε ή από ανθρωπαρέσκεια κάνετε πως δεν τα βλέπετε. Σας τα υπενθυμίζουμε και πάλι. «Είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ορθόδοξος για να έχουν οι άλλοι επίσκοποι μας εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του; Από ντοκουμέντα, λεχθέντα και πραχθέντα αποδεικνύεται ότι δεν είναι ορθόδοξος! Να θέσω ορισμένα ερωτήματα σ’ αυτούς που θέλουν να με κατηγορούν για δημιουργία σχίσματος:Έφερε ή δεν έφερε ο Πατριάρχης τον Πάπα στο Φανάρι; (Ναι!) Μνημόνευσαν εκφώνως, μάλιστα, τον Πάπα Βενέδικτο και τον Πάπα Φραγκίσκο ναι ή όχι; Ναι! Συμπροσευχήθηκαν; Ναι! Στη Ραβέννα το 2002, όταν μεταδόθηκαν τα Άχραντα Μυστήρια στους παπικούς από τον Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και τον Αλβανίας κ. Αναστάσιο, μεταδόθηκαν χάριν ευγενείας σε αβάπτιστους και εκτός εκκλησίας αιρετικούς; Δεν αντάλλαξαν λειτουργικό ασπασμό στις λειτουργίες στο Φανάρι; Δεν έχουν γίνει συμπροσευχές και συλλιτανεύσεις; Αυτά τα επιτρέπουν οι κανόνες; Όχι! Γνωρίζετε ότι το 1991 στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου αποδέχτηκε τα μυστήρια παπικών καθώς και την Ουνία. Στο συνέδριο του Π.Σ.Ε., το 2006, στο Porto Alegre, αποδέχτηκε την κοινή δήλωση με τους Προτεστάντες, ότι δεν υπάρχει μόνο Μία Εκκλησία, αλλά ότι οι «εκκλησίες» -μέλη του ΠΣΕ- είναι γνήσιες εκκλησίες. Μία δε από αυτές είναι και η Ορθόδοξη Εκκλησία! Οι ποικίλες αιρετικές διδασκαλίες των Προτεσταντών θεωρούνται ως διαφορετικοί τρόποι έκφρασης της ιδίας πίστεως και ως ποικιλία των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, δεχόμενοι τελικά ότι δεν υπάρχουν αiρέσεις!!». Επομένως, το βασικό αξίωμα της αρχή της απροσδιοριστίας της Κβαντικής Μηχανικής, που διατυπώθηκε από τον Werner Heisenberg, σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατο να μετρηθεί ταυτόχρονα και με ακρίβεια η θέση και η ταχύτητα, ή ορμή, ενός σωματίου δεν ισχύει εδώ. Η αρχή της απροσδιοριστίας έδινε μια τελείως νέα ερμηνεία για τον φυσικό κόσμο, όπως ότικύμα και σωματίδιο είναι διαφορετικές θεωρήσεις του ίδιου πράγματος, όμως ορθοδοξία και αίρεση δεν είναι απλώς διαφορετικές θεωρήσεις, όπως θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβαίνει στην φιλοσοφία, διότι η αλήθεια της Πίστεως για την Εκκλησία είναι απόλυτη, αφού είναι πρόσωπο που αυτοαποκαλύπτεται με την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού. 

Ό,τι απεκάλυψε ο Θεός στον άνθρωπο για την σωτηρία του έλαβε χώρα στην ανθρωπότητα εν χρόνῳ, προς τούτο έχει και ιστορική πλευρά, γι’ αυτό και γίνεται λόγος περί Θείας Οικονομίας. Ό,τι κήρυξαν οι θεοκήρυκες άγιοι Απόστολοι δεν επιδέχεται σχετικοποίηση, διότι ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες κατέθεσαν αυτό που γνώρισαν. Και ό,τι ερμήνευσαν και παρέδωσαν σε μας οι άγιοι Πατέρες εν Αγίῳ Πνεύματι που συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας δεν το διαγράφουμε ούτε το αμφισβητούμε. Οι κανόνες των πατέρων -τί λέτε- να μην πρόβλεψαν την περίπτωση να ξεφύγει από την ορθή πίστη επίσκοπος ή μητροπολίτης ή αρχιεπίσκοπος στους οποίους υπάγονται οι ιερείς αλλά και οι επίσκοποι; Δηλαδή, στους κανόνες υπάρχει μόνο η περίπτωση ένας κληρικός να θέλει να κάνει σχίσμα; Δεν πρόβλεψαν οι Πατέρες την άλλη περίπτωση να φταίει ο επίσκοπος; Στην περίπτωσή μας ο Πατριάρχης που είναι αιρετικός και ο επίσκοπός μας διότι κρατά εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Τόσο κοντόφθαλμους θεωρείτε τους αγίους Πατέρες; Δεν τολμάτε ασφαλώς να το ισχυριστείτε αυτό ανοικτά, στην πραγματικότητα όμως ρίχνοντας το βάρος του σχίσματος σε μας που διακόπτουμε την κοινωνία με τους αιρετικούς αυτό κάνετε! Μην βιάζεστε να απαντήσετε στο ότι μόνο εγώ διέκοψα την εκκλησιαστική κοινωνία. Αυτό δεν είναι αλήθεια είμαστε αρκετοί σε όλη την Ελλάδα αλλά και αν ακόμη μόνο ένας υπήρχε -όπως στην περίπτωση του αγίου Μαξίμου- έφτανε για να ελέγξει τον στρουθοκαμηλισμό σας. Εξήγησα με ερμηνεία του 2ουκανόνος της εν Αντιοχείᾳ Συνόδου και την μελέτη του Νομικού κ. Κυριάκου Κυριαζόπουλου που παρέθεσα ότι έχετε εσφαλμένη θεώρηση των κανόνων, τα αγνοείτε. Πώς τολμάτε να μας κατηγορείτε για σχίσμα εφ’ όσον δεν κρατάτε την αλήθεια υποστηρίζοντας τους οικουμενιστές, οι οποίοι φανερά, «γυμνή τῇ κεφαλῇ» όπως λέμε, κηρύσσουν αίρεση και δεν κρατήσατε ούτε τα στοιχειώδη από τον Γέροντα που σας χειροτόνησε; Αλήθεια δεν διδαχτήκατε στο φυσικό τμήμα των θετικών επιστημών που φοιτήσατε την αρχή της αιτιότητας της Κλασικής Φυσικής; Θα εισαγάγουμε και εδώ, στα συγκεκριμένα γεγονότα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας, τυχαιότητα; Τυχαιότητα εισήγαγαν οι άθεοι, μάλιστα, οι Δαρβινιστές με την θεωρία της εξελίξεως; Με την αρχή της αιτιοκρατίας σαφώς υπάρχει σχέση μεταξύ αιτίας και αιτιατού. Η αιτία για την αντίδρασή μας είναι η δράση της παναίρεσης του οικουμενισμού που ασκούν ο Πατριάρχης και οι επίσκοποι που συμφωνούν μαζί του ή σιωπούν και αιτιατό είναι η δική μας πατερική ορθόδοξη αντίσταση! Η οικουμενιστική δράση γεννάει αντίδραση! Που είναι το παράξενο; Αν δεν θα “λειτουργούσαμε” ως ορθόδοξοι πατέρες αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο ούτε με τους νόμους της φυσικής. Είναι λοιπόν πολύ φυσιολογικό να αντιδρούμε· δεν είναι όμως καθόλου φυσικό για εσάς να κρατάτε σιωπή και το χειρότερο να υπερασπίζεσθε την αίρεση, άκουσον-άκουσον, παιδιά του Αυγουστίνου! Σύμφωνα με την αρχή της απροσδιοριστίας όμως υπάρχουν γεγονότα των οποίων η εκδήλωση δεν υπαγορεύεται από κάποια αιτία. Λοιπόν τυχαία έγινε η σύνοδος στο Κολυμβάρι και τυχαία δεν ψήφισαν όλοι οι επίσκοποι που συγκρότησαν την σύνοδο και τυχαία δεν συμμετείχε όλο τω σώμα της ιεραρχίας εκάστης Εκκλησίας και τυχαία άλλαξαν την απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με την μη αποδοχή του όρου εκκλησίες για τις άλλες χριστιανικές κοινότητες ή ομολογίες; Από έναν άνθρωπο που σπούδασε τουλάχιστον θετικές επιστήμες κανείς δεν θα περίμενε τέτοιες θεωρήσεις! Τι λογική έχουν τέτοιες αποτιμήσεις; Γνωρίζεται άραγε την αρχή διατήρησης της ενέργειας αλλά απ’ ότι φαίνεται δεν γνωρίζετε ότι ισχύει και πνευματικά αυτή η αρχή, διότι δεν χάνει κανείς την χάρη που ενεργεί ώστε να είναι άκυρα τα Άγια μυστήρια -όπως εσφαλμένως κηρύξατε- όταν είναι κανονικά χειροτονημένος, ακόμη όμως και αν καθαιρεθεί επειδή διαφωνεί με τους αιρετικούς. Έπρεπε ως φυσικώς να γνωρίζετε τουλάχιστον την αρχή διατήρησης της ενέργειας και ως θεολόγος ιερεύς έστω λίγο να γνωρίζετε τους κανόνες, ως αδελφός αφού μας χειροτόνησε ο ίδιος πατέρας έπρεπε να σεβασθείτε τον συμπρεσβύτερό σας που αφήσατε μόνο, τάχα αποκλειστικά αυτός να φέρει ευθύνη προκειμένου να κρατηθεί η πίστη, τέλος ως δημοκρατικός πολίτης έπρεπε να σεβασθείτε την ελευθερία της βουλήσεώς μου και μάλιστα την ιερατική και θεολογική μου συνείδηση. Εσείς δημοσίως εκφρασθήκατε με μομφή τάχα ανωνύμως και η ταπεινότητά μου δημοσίως σας απαντά διότι όλοι κατάλαβαν αυτά που λέγατε τα εννοούσατε για το πρόσωπό μου. Κρίμα! 

ΣΧΟΛΙΑ (ἀπὸ "Ἀκτίνες")
Ο/Η Ανώνυμος είπε...
Είναι εντελώς απογοητευτικό, να λέγονται από παιδιά του θρυλικού Αυγουστίνου, τέτοιες ''μεταπατερικές φουσκάλες''σε βάρος του γενναίου πρωτοπαλίκαρου του Χριστού μας, του πατρός Παϊσίου. Εάν δεν μπορούμε να σταθούμε αξιοπρεπώς (με επιχειρήματα θεολογικής-πατερικής τάξεως) απέναντι σε αναστήματα, όπως είναι ο π. Παΐσιος, καλύτερα τότε να κρατάμε την λάσπη για άλλη χρήση.
Πάτερ Παΐσιε, εύγε! Λυπούμαστε, που δεν έχουμε τα κότσια για να σε μιμηθούμε.
26 Σεπτεμβρίου 2016 - 11:05 μ.μ.
Ανώνυμος Ο/Η Ανώνυμος είπε...
Πατερα Παισιε σας ευχαριστουμε γιατι εσεις θυσιαζετε την οποια θεση εχετε ή θα μπορουσατε μελλωντικα να αποκτησετε χαρην της Αθανατου Ψυχης σας, χαρην της Αγιας Ορθοδοξιας,χαρην ολλων εμας που μας δειχνετε οτι η Αγιοτοκος Εκκλησια τικτει ακομη γνησια τεκνα επομενους των Αγιων Πατερων!!!Ευχωμαι στον Παναγιο Θεο να σου δινει δυναμη να συνεχισεις τον Αγιο Αγωνα μεχρι τελευτεας!!!!Η σταση σου μας εμπνεει και μας δυναμωνει!!!
27 Σεπτεμβρίου 2016 - 12:05 π.μ

Λόγος στήν ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ Ὕψωση
τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ
(Ἁγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης)

ipsositimioustaurou11Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καταφωτίζεται. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὅλη ἡ οἰκουμένη φωταγωγεῖται καί γεμίζει μέ ἀκτίνες θεϊκῆς χαρᾶς. Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου τό σκοτάδι (τῆς ἁμαρτίας) διώχθηκε, καί ἦλθε τό φῶς (τῆς ἀρετῆς). Ἑορτάζουμε τήν πανήγυρι τοῦ Σταυροῦ, καί ὑψούμεθα πνευματικά μαζί μέ τόν Σταυρωθέντα Σωτήρα μας, ἀφήνοντας κάτω τή γῆ μέ τήν ἁμαρτία, γιά νά κερδίσουμε τά ἄνω ἀγαθά.

Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ὑψώνει μαζί του τήν ἀνθρωπότητα, πού λόγω τῆς ἁμαρτίας της, ἦταν πεσμένη κάτω.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ταπεινώνει τήν αὐθάδη ἔπαρση τῶν δαιμόνων.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἡ ἐναντία δύναμη τοῦ πονηροῦ ὑποχωρεῖ καί ταπεινώνεται.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συναθροίζεται τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί οἱ πόλεις ἑορτάζουν πανηγυρικά· οἱ δέ λαοί προσφέρουν χαρούμενοι τίς ἀναίμακτες θυσίες στόν Θεό. Διότι καί μόνη ἡ μνήμη τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὑπόθεση μεγάλης χαρᾶς, καί ἀποδίωξη τῆς λύπης.

Ἀλλά καί τό νά βλέπει κανείς τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ, πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι! Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τό Σταυρό, γεμίζει ἀνδρεία καί διώχνει τή δειλία. Τόσο μεγάλο πράγμα εἶναι ὁ Σταυρός! Καί αὐτός πού τόν κάνει κτῆμα του, θά ἔχει ἀποκτήσει ἕνα θησαυρό. Ἴσως νά νομίζετε ὅτι ὀνομάζω θησαυρό τό χρυσό, ἤ τά μαργαριτάρια, τούς βαρύτιμους ἰνδικούς λίθους, γιά τά ὁποῖα χαίρουν οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι, ἀσχολούμενοι μέ τά μικρά καί ἀνάξια λόγου πράγματα. Ἐγώ ὅμως ὀνομάζω θησαυρό –καί δίκαια– ἐκεῖνο τό ὡραιότατο καί πολύτιμο πράγμα καί ὄνομα ἐπάνω στό ὁποῖο καί μέ τό ὁποῖο ἐπιτεύχθηκε ὅλη ἡ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

Γιατί τά λέγω αὐτά; Ἐάν δέν ὑπῆρχε Σταυρός, δέν θά συντριβόταν ὁ θάνατος, δέν θά γυμνωνόταν ὁ ἅδης, δέν θά νεκρωνόταν τό πονηρό φίδι, ὁ διάβολος. Γι᾽ αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο καί τίμιο πράγμα ὁ Σταυρός. Μεγάλο, διότι πάρα πολλά ἀγαθά καί εὐεργεσίες ἔγιναν δι᾽ αὐτοῦ. Τόσο πολλά, καθόσο καί τά θαύματα καί τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ ὑπερνικοῦν κάθε δύναμη λόγου καί ἔκφρασης. Εἶναι τίμιο, ἐπίσης, διότι ὁ Σταυρός σημαίνει θεῖο Πάθος καί τρόπαιο. Πάθος, λόγω τοῦ ὅτι ὁ ἀπαθής Χριστός, ἑκούσια ὑπέστη σταυρικό θάνατο· τρόπαιο δέ, διότι ὁ διάβολος τραυματίσθηκε διά τοῦ Σταυροῦ, καί μαζί του νικήθηκε καί ὁ θάνατος. Συνετρίβησαν ἐπίσης οἱ πύλες τοῦ ἅδη, καί τέλος, ὁ Σταυρός ἔγινε γιά ὅλο τόν κόσμο κοινή σωτηρία.


staurosagionorosὉ Σταυρός εἶναι ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν, σωτήρας τῶν ἀπεγνωσμένων, λιμάνι γι᾽ αὐτούς πού βρίσκονται σέ δύσκολες βιοτικές περιστάσεις, ἰατρός γιά τούς ἀσθενεῖς· ἀπομακρύνει τά πάθη, δίνει τήν ὑγεία, δίνει τή ζωή στούς πνευματικά νεκρούς, καθοδηγεῖ πρός τήν εὐσέβεια, ἀποστομώνει τή βλασφημία.
Ὁ Σταυρός εἶναι σκάλα πού ἀνεβάζει στούς οὐρανούς· ὁδός πού ὁδηγεῖ πρός τήν ἀρετή· εἶναι πρόξενος ζωῆς πνευματικῆς· κατάργηση τοῦ θανάτου, ἀπαλλαγή ἀπό τή φθορά. Ἔχει τή δύναμη νά σβήσει τή φλόγα τῶν παθῶν καί τοῦ αἰώνιου πνευματικοῦ θανάτου· δίνει στήν ψυχή τήν παρρησία πρός τόν Θεό· εἶναι τό κλειδί γιά τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας κατά τή νύκτα, πύργος κατά τήν ἡμέρα, χειραγωγός μέσα στό σκοτάδι, χαλινάρι σέ περιπτώσεις ὑπερβολικῆς χαρᾶς, ψυχαγωγός σέ περιστάσεις θλίψεων, συντελεῖ σέ συμφιλίωση· εἶναι παρακλητικός, φιλικός, ὑπερασπιστής· μᾶς προφυλάσσει καί μᾶς βοηθεῖ.
Ὁ Σταυρός εἶναι φύλακας τῶν πόλεων, ἀσφάλεια τῶν σπιτιῶν, σύνδεσμος τῆς φιλίας, ὀχύρωμα κατά τῶν ἐχθρῶν, ἀντίπαλος τῶν πολεμίων, διώκτης τῶν παθῶν, σκόνταμα καί ἐμπόδιο τῶν βαρβάρων, βραβευτής τῆς εἰρήνης, συμφιλίωση τοῦ κόσμου, κατάργηση τῶν ὁρίων, παροχή καί ἐξασφάλιση τῆς ἀγάπης, ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, βάθος τῆς γῆς, σύνθεση ὅλης τῆς κτίσης, τοῦ μήκους αὐτῆς πού βλέπουμε, καί τοῦ πλάτους τῆς οἰκουμένης· καί γιά νά πῶ μέ λίγα λόγια, ὁ Σταυρός εἶναι τό κεφάλαιο τῶν Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, καί ἡ κορυφή τῶν θαυμάτων πού ἔγιναν γιά ἐμᾶς.

Ὑψώνεται λοιπόν ὁ Σταυρός σήμερα, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δέν ὑψώνεται ὁ Χριστός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Σταυρός· ἀλλά ὑψώνεται ὁ Σταυρός, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Χριστός. Δοξάζεται δέ ὁ Χριστός, γιά νά ὑψώσει καί μᾶς μαζί μέ τόν ἑαυτό Του.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί μαζί του ὑψώνει καί τό φρόνημα τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί δοξάζει μαζί Του καί αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί συντρίβει τήν ὑπερηφάνεια τῶν δαιμόνων. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί ντροπιάζει τόν ἀρχέκακο διάβολο.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί ἀνορθώνει ἐκείνους πού καταπίπτουν. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί διαλύει τήν ντροπή ἐκείνων πού ἔπεσαν στήν ἁμαρτία.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, καί γκρεμίζονται τά εἴδωλα. Δοξάζεται ὁ Χριστός, καί τραυματίζεται ὁ διάβολος.
Ὑψώνεται ὁ Σταυρός, ὄχι μόνο διότι ὑψώθηκε ὁ Χριστός ἐπάνω σ’ αὐτόν, ἀλλά γιατί μέ τή φανέρωσή του, ἔλεγξε τή μωρία καί τήν ὑπερηφάνεια τῶν Ἰουδαίων. Ἀπό ποῦ φανερώθηκε; Ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Πότε φανερώθηκε; Στήν ἐποχή τῶν Βασιλέων πού πίστευσαν στόν Χριστό· ὄχι ὅπως μερικοί ἔπλασαν τάχα μέ τή φαντασία τους, ἐξαπατώντας τούς πολλούς μέ πιθανολογίες, ἀλλά μέ μιά θεία καί ἁπλή δύναμη, μέ μιά ὄντως ἐπινόηση σταθερῆς πίστης· διότι ἐπρόκειτο γιά θεϊκό κειμήλιο. Φανερώθηκε ὁ κοινός αὐτός θησαυρός, αὐτός λέγω ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος σήμερα ὑψώνεται σέ ὅλο τόν κόσμο, μαζί μέ ὅλα ἐκεῖνα πού συνετέλεσαν στήν οἰκονομία τοῦ μακάριου καί σωτήριου γιά τόν κόσμο θείου Πάθους.

Αὐτό λοιπόν ἑορτάζουμε σήμερα· γιά τοῦτο πανηγυρίζουμε· γιά τό ὅτι φανερώθηκε σήμερα τό ἅγιο ἐκεῖνο Ξύλο πού ἀπό παλαιά ἐκρύπτετο· γιά τό ὅτι ὁ κρυμμένος θησαυρός ἔλαμψε σάν ἄλλος χρυσός μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῆς γῆς· γιά τό ὅτι ἀποκαλύφθηκε τό μέχρι τώρα θαμμένο ἐπίσημο λάβαρο τῆς χριστιανοσύνης· γιά τό ὅτι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ἔπαρση τῶν δαιμόνων ἠρέμησε μέ τή φανέρωση τοῦ Σταυροῦ· γιά τό ὅτι αὐτό πού ἀπό τή φύση του εἶναι ξίφος κατά τῶν ἐχθρῶν, φανερώθηκε μέσα ἀπό τή γῆ· γιά τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε πάλι τό στολισμό της.
Αὐτός εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, τό Δεσποτικό «σημεῖο», τό σωτήριο ὅπλο, ἡ βασιλική δύναμη, τό τρόπαιο τῆς νίκης, τό σημεῖο διαχωρισμοῦ ἀλλά καί τῆς ἑνώσεως τῶν οὐρανίων καί τῶν ἐπιγείων, ἡ νομοθεσία τῶν πιστῶν, ἡ κορυφή καί ὁ ἐπίλογος τῶν Ἀποστόλων, τό τηλεσκόπιο τῶν Προφητῶν, τό στεφάνι τῶν Μαρτύρων, ὁ ἀρραβώνας τῶν προσκυνούντων τόν Χριστό.
Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, ὁ Χριστός προσκυνεῖται· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γνωρίσθηκε καί πιστεύθηκε· ἡ Ἰουδαϊκή θρησκεία καταργήθηκε· ἡ εἰδωλολατρία ἔσβησε· ἡ χριστιανική πίστη καί ζωή ἀνέτειλε καί ἐπικράτησε· γευθήκαμε τήν ἀναίμακτη λατρεία. Καί γιατί νά λέγω πολλά; Ἀπό τότε πού ἔχουμε τό Σταυρό, οἱ ἄνθρωποι συμπολιτεύονται μέ τούς Ἀγγέλους, καί αὐτός ὁ οὐρανός εἶναι πλέον προσιτός γιά τούς ἐπιγείους· ὁ δέ Θεός, διά τῆς θείας Χάριτος καί ἐνεργείας του, γίνεται πλέον μεθεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Πράγματι ὁ Σταυρός εἶναι κάτι πολύ μεγάλο, καί σέ πολλά μέρη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μαρτυρεῖται ἤ προτυποῦται, καί πολλά θαύματα γίνονται καθημερινῶς μέ τή δύναμή του. Πρέπει νά προσκυνοῦμε λοιπόν τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ γνωρίσαμε τόν Κύριο. Πρέπει νά προσκυνεῖται ὁ Σταυρός, διότι δι’ αὐτοῦ δοξάζουμε τόν Χριστό. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ λάβαμε τήν εὐλογία, καί ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τήν κατάρα. Προσκυνοῦμε τό Σταυρό, διότι δι’ αὐτοῦ ἀποβάλαμε τήν πικρή γεύση τοῦ «ξύλου τῆς παρακοῆς», καί γευθήκαμε τή γλυκύτητα τῆς σωτηρίας.
Εὐλογημένο εἶναι τό Ξύλο ἀπό τό ὁποῖο κατασκευάσθηκε ἡ νοητή κιβωτός τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ὁποία ἔχει τή δύναμη νά διασώζει τόν κόσμο ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ὑψῶστε, λοιπόν, σήμερα μαζί μου τή φωνή, καί ἄς ἀπευθύνουμε μαζί μέ τήν Ἁγία Γραφή τά λόγια της πρός τό θησαυρό τοῦ Σταυροῦ. Καί θησαυρό τοῦ Σταυροῦ, ὀνομάζω τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, τόν Χριστό, πρός τόν Ὁποῖον πρέπει νά ἀπευθύνουμε τά λόγια μας λέγοντες: «Πάντα τά ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καί προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καί δοξάσουσι τό ὄνομα σου, ὅτι μέγας εἶ Σύ καί ποιῶν θαυμάσια, Σύ εἶ  Θεός μόνος» (Ψαλμ. 85,9-10). Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου (Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης), Λόγος Ι΄, εἰς τήν παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, PG 97, 1017-36. Ἀπόσπασμα στή νεοελληνική].

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

 

 

Κριτικὴ ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης

 

 

Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι ἀποτέλεσμα προσευχῆς καὶ μελέτης, ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (εἰς τὸ ἑξῆς ΑκΜΣ). Παραδίδουμε στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν καὶ ἐνημέρωσιν,  τὸ α´ μέρος της, ἐνῶ συντόμως θὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ τὸ β´ μέρος ἀποκλειστικῶς ἀναφερόμενο στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ἐν λόγῳ συνόδου, αὐτὸ περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αύτῆς ἑτεροδόξους.

 

 

Εἰσαγωγή

 

Ἔχοντας ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες τῆς λεγομένης ΑκΜΣ, ἂμεσα ἐξεδόθησαν καὶ τὰ τελικά της κείμενα, ὁπότε καὶ παρεδόθησαν στὸ ὀρθόδοξο κριτήριο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, οὕτως ὥστε νὰ κριθοῦν ἐπὶ ὀρθοδοξίᾳ ἢ κακοδοξίᾳ. Ὁ ἁγιορειτικὸς μοναχισμὸς καλεῖται νὰ τοποθετηθεῖ ἐπ᾽ αὐτῆς, μετά τῆς δεούσης προσοχῆς, λαμβάνων ὑπ᾽ὄψιν τόσο τὴν κρισιμότητα τῆς στιγμῆς ὅσο καὶ τὴ σημασία ποὺ ἡ σύνοδος θὰ ἔχει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σὺν Θεῷ καὶ ὑπὸ τὸ ἀγλαὸν φῶς τῆς χιλιοχρόνου ὀρθοδόξου ὁμολογιακῆς ἁγιορειτικῆς παραδόσεως, μὲ τὸ παρὸν κείμενο[1] θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὰ σημεῖα ἐκεῖνα ποὺ χρήζουν προσοχῆς, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀξιολογηθεῖ καὶ σύνολη ἡ σύνοδος, τὸ ἐάν δηλαδὴ εἶναι ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι ἢ ὄχι.

Ἡ διαχρονικὴ ἐμπέδωσις καὶ βίωσις τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως συνιστᾶ πρώτιστα ἐμπειρικό-χαρισματικὸ γεγονὸς καὶ ἐνῶ διακρίνεται σὲ θεωρία καὶ πράξη, ἐν τούτοις συναπαρτίζει τὸ ὅλον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τοῦ ἀενάως ἱερουργουμένου Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως δὲν νοεῖται ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τὰ αὐθεντικὰ ἐκμαγεῖα τοῦ Πνεύματος, οἱ θεοφόροι Πατέρες ἔθεσαν. Ἤδη κατὰ τὸ 4ο αἰῶνα, καὶ ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐχειμάζετο ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ μίας ἀκόμη αἱρέσεως, διότι ἕως τότε δεκάδες αἱρέσεων ἤδη εἶχαν ἀναφανεῖ, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς ὑπὸ μίας λαίλαπας πελωρίων διαστάσεων, ὅπου ἔφτασε τὴν παρουσία τῶν ὀρθοδόξων νὰ περιορίζεται κυριολεκτικὰ σὲ μία χούφτα ἀνθρώπων, “εὑρέθη ἄνθρωπος ἀπὸ Θεοῦ ὁ ὁποῖος, ἔστη ἀνὰ μέσον τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ζώντων καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις” (Ἀριθμ. 16,48)· καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος ὁ στῦλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῶν ὀρθοδόξων. Στὰ δογματικά του κείμενα, καθὼς καὶ στὶς πολυάριθμες ἐπιστολές του ἐπεσήμαινε διαρκῶς τὸν ἀποστολικὸ καὶ σωτηριώδη χαρακτήρα τῆς Παραδόσεως καὶ τὴν ἐμμονὴ σ᾽αὐτήν[2], ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴ μοναδικὴ ἐγγύηση τῆς “ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν” ἁγιοπνευματικῆς πορείας συνόλου τῆς ἐπὶ τῆς γῆς Ἐκκλησίας.

            Ὄντας ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθεῖ ἐδῶ τὸ μεῖζον καὶ κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα τοῦ ἀρρήκτου συνδέσμου ἁγιότητος καὶ ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας καὶ Παραδόσεως, καθίσταται σαφὲς ὅτι θεολογικὲς θέσεις, ἀπ᾽ ὅπου καὶ ἂν προέρχονται αὐτές, ἀκόμη καὶ ἀπὸ γενικὲς συνόδους, κρίνονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὑπὸ τὸ φῶς τῆς διαχρονικῆς ἀποστολικοπαραδότου ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τῶν θεοφόρων ἁγίων Πατέρων, τῶν μόνων αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν,  λόγῳ καὶ ἔργῳ, τῶν ἀποστολοδέκτων πυρίνων γλωσσῶν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὀφείλει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ ἡ βαθεῖα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας:  Ἁγία Παράδοσις καὶ ἁγιασμὸς εἶναι στοιχεῖα ἀλληλένδετα, καθώς ὁ ἁγιασμὸς ἑκάστου συντελεῖται ἀποκλειστικῶς ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως.

 

 

Ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ κῦρος τῆς ΑκΜΣ

           

Βάσει τοῦ προσυμπεφωνημένου κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ στὸ Σαμπεζύ, ἄρθο 13 παράγραφος 2, οἱ ὑπογεγραμμένες ἀποφάσεις τῆς ΑκΜΣ ἔχουν ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΥΡΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλᾶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὡς θὰ συνέβαινε ἐὰν ἦταν τῷ ὄντι Οἰκουμενικὴ ἡ ΑκΜΣ. Παρότι οἱ ἴδιοι οἱ διοργανωτὲς τῆς ΑκΜΣ, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου (προστεθέντος, διαρκοῦντος τῆς συνόδου, καὶ τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου) ἀρνοῦνται -πλέον- τὸν χαρακτηρισμό “Οἰκουμενικῆς” ἐπὶ τῆς ΑκΜΣ, λόγῳ τῆς μὴ συμμετοχῆς τῆς (ψευδο)ἐκκλησίας τῆς Ρώμης(!), παρ᾽ὅλα ταῦτα καὶ μόνη ἡ ἀναφορὰ περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τῆς προσδίδει, καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ὀρθοδόξως κρατοῦντα, οἰκουμενικὸν κῦρος.

            Παρενθετικῶς, ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτι ἐξαρχῆς ὁ χαρακτήρας τῆς ΑκΜΣ προσδιοριζόταν ὡς οἰκουμενικός. Ἡ ἴδια ἡ ἰδέα περὶ συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποτελεῖ ἀπότοκο τοῦ καταστροφικοῦ γιὰ τὴν ὀρθόδοξο ἑνότητα, ἀποκληθέντος “Πανορθοδόξου Συνεδρίου” τοῦ γενομένου ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ κατεγνωσμένου ὡς μασόνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου τοῦ Δ´[3]. Τὸ ὅραμα τῆς οἰκουμενικῆς συνεχίστηκε μετ᾽ ἐπιτάσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἀναφερόταν ρητῶς στὴν ἀνάγκη συγκλήσεως· ἐνδεικτικὰ στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1951 έξήγγειλε τὴν πρόθεση συγκλήσεως «Μεγάλης Οἰκουμενικῆς Συνόδου» ὅταν ἡ χρονικὴ στιγμὴ θὰ ἐκρίνετο κατάλληλος[4]. Ἐδῶ νὰ προστεθεῖ, ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς συνόδου ὡς Ἁγίας καὶ Μεγάλης, χρησιμοποιήθηκε μ᾽εὐθεῖα ἀναφορὰ στὸ τρόπο ποὺ οἱ Οἰκουμενικὲς σύνοδοι κατὰ τὸ παρελθὸν ὀνόμαζαν ἑαυτές· ἦταν οἱ ἑπόμενες ποὺ τελικὰ τοὺς ἀπέδιδαν τελεσιδίκως οἰκουμενικὸν κῦρος[5].

            Ἀξίζει πάντως νὰ σημειωθεῖ καὶ κάτι ἀκόμα. Ἡ λεγομένη ΑκΜΣ, διὰ στόματος ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν συμμετασχόντων, μετὰ τὀ πέρας τῶν ἐργασιῶν της (δὲν τολμήθηκε πρίν), ἀπεκλήθη ὡς ἡ Β´ Βατικανὴ σύνοδος” τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τὸ ἀντίστοιχο δηλαδὴ τῆς τελευταίας οἰκουμενικῆς συνόδου (21ης) τοῦ παπισμοῦ, ἡ ὁποία δημιούργησε τεράστιες ἀναταράξεις στοὺς κόλπους του, ἐπιφέροντας ἀλλαγὲς τέτοιας σημασίας[6] ὥστε νὰ χαρακτηρισθεῖ, ἐκ τῶν ἰδίων τῶν πρωταγωνιστῶν της, ὡς τέμνουσα τὴν ἱστορία τῆς ἐκκλησίας” στὴν ἐποχὴ πρὶν καὶ μετὰ τὴν σύνοδο. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ κάνουμε ἀναφορὰ στὴν σύνοδο τοῦ παπισμοῦ εἶναι οἱ μεθοδολογικὲς ὁμοιότητες τῆς ΑκΜΣ πρὸς αὐτήν. Ἔτσι γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, εἶναι εὐρέως γνωστὸ πὼς ὁ τρόπος ἐργασίας τῆς Β´ Βατικάνειας Συνόδου χρησίμευσε κατὰ κάποιον τρόπο ὡς πρότυπο γιὰ τὶς διαδικασίες αὐτές.[7]. Πράγματι, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, οἱ Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ἡ διαρκὴς Γραμματεία γιὰ τὴν Προπαρασκευὴ τῆς Συνόδου, καθὼς τέλος ὁ τρόπος ἑτοιμασίας καὶ ἐπεξεργασίας τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ, ΟΛΑ ἀπηχοῦν τὸ τρόπο λειτουργίας τῆς Β´ Βατικανῆς[8].

 

 

Τὰ κριτήρια οἰκουμενικότητος κατὰ τὴν ὀρθόδοξο κανονικὴ παράδοση

        

            Ὁ ἐξ ἀρχῆς προσδιορισμὸς τῆς ΑκΜΣ ὡς οἰκουμενικῆς (κυριολεκτικὰ μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ πρὸ τῆς συγκλήσεώς της), σὲ συνάρτηση πρὸς τὸ ὑποχρεωτικὸν διὰ πάντας τῶν ἀποφάσεών της, τὴν κατατάσσει ἑπομένως στὶς συνόδους μὲ ἀπαίτηση οἰκουμενικοῦ κύρους.

Ἐφ᾽ὅσον λοιπὸν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, ἂς στραφοῦμε στὸν μέγα ἁγιορείτη καὶ κανονολόγο τῆς Ἐκκλησίας, ὅσιο Νικόδημο, γιὰ νὰ δοῦμε τί λέει σχετικὰ περὶ τῶν ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ἀναγνώρισης μιᾶς συνόδου ὡς οἰκουμενικῆς:

α) ἡ σύνοδος ὀφείλει νὰ συγκαλεῖται ὄχι ἀπὸ κάποιον πατριάρχη ἀλλὰ “διὰ προσταγῶν Βασιλικῶν”,κάτι τὸ ὁποῖο σήμερα εἶναι ἀνέφικτο καὶ ἑπομένως ἀνενεργὸ δίχως περαιτέρω θεολογικὲς ἐπιπλοκές,

β) πρέπει νὰ γίνεται “ζήτησις περὶ πίστεως καὶ ἀκολούθως νὰ ἐκτίθεται ἀπόφασις καὶ ὅρος δογματικός”,

γ) ὀφείλουν, “νὰ ᾖναι πάντα τὰ ἐκτιθέμενα παρ᾽αὐτῶν δόγματα καὶ οἱ κανόνες, ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καὶ σύμφωνα ταῖς Θείαις Γραφαῖς, ἢ ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικαῖς συνόδοις.” καὶ προσθέτει ὁ ὅσιος Νικόδημος τό “πολυθρύλλητον”, ὅπως λέει, ἀξίωμα τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ὅτι: “ Τὰς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβὴς πίστις κυροῖ ”, καὶ πάλιν, “ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τὰς συνόδους.”,

δ) τέλος ὀφείλουν, “νὰ συμφωνήσουν καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὰ παρὰ τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων διορισθέντα, καὶ κανονισθέντα ἅπαντες οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διὰ τῆς αὐτοπροσώπου παρουσίας αὐτῶν, εἴτε διὰ τῶν ἰδίων τοποτηρητῶν, ἢ καὶ τούτων ἀπόντων, διὰ γραμμάτων αὐτῶν.”[9].

Τὰ ἀνωτέρω ὀφείλουν νὰ ἀποτελέσουν τὸν ὁδηγὸ στὴν τελικὴ ἀξιολόγηση τόσο περὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ-πανορθοδόξου χαρακτήρα τῆς ΑκΜΣ, ὅσο καὶ περὶ τοῦ κατὰ πόσον ἀποτελεῖ ὂντως συνέχεια τῶν πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν πίστιν.

            Κατ᾽ἀρχὰς γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πληροῦται ὁ ὅρος ἀπαίτησις τοῦ κανονισμοῦ γιὰ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΥΡΟΣ τῆς συνόδου. Ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντηση εἶναι ΟΧΙ, καὶ ἐξηγούμαστε:

Ἀπουσίαζαν ὡς γνωστὸν τέσσερεις τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον αἵρεται ὁ πανορθόδοξος-οἰκουμενικὸς χαρακτήρας της[10]· ἐδῶ νὰ παρατηρήσουμε ὅτι διὰ χειλέων ἐπισκοπικῶν, ἐλέχθη ὅτι τοῦτο δὲν συνιστᾶ πρόβλημα καθότι καὶ στὴ Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀπουσίαζε ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας, ὅμως ἡ Σύνοδος παρ᾽ ὅλα ταῦτα, λειτούργησε ὡς Οἰκουμενική! Ὅπως πάντα οἱ οἰκουμενιστὲς διαστρέφουν τὴν ἀλήθεια λέγοντας τὰ πράγματα μισά: ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας καὶ ὁ Πατριάρχης της Ἰωάννης, ἔχοντες παρεξηγήσει τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἀντιδρῶντας καὶ στὴ καθαίρεση τοῦ Νεστορίου, ἐδημιούργησαν ἀντισύνοδο μαζὺ μὲ ἄλλους, ὄντως νεστοριανούς, ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι ἀποκήρυξαν τὴ Σύνοδο τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐφέσου, κατεδίκασαν τὶς ἀποφάσεις της καὶ καθαίρεσαν τὸν ἅγιο Κύριλλο καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μέμνωνα! Ἀντιστοίχως ἡ ἁγία Σύνοδος ἔθεσε σὲ ἀργία τὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας καὶ κήρυξε ὡς ψευδοσύνοδο τὴν σύναξή τους. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο ἐλύθησαν οἱ παρεξηγήσεις καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἀποδέχθηκε τὴν Σύνοδο τῆς Ἐφέσου ὡς ὅντως Ἁγία καὶ Οἰκουμενική. Οὐδεμία λοιπὸν σχέσις μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν!

 

 

Ὁ προβληματικὸς χαρακτήρας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ: οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες.

 

Σὲ κείμενα ποὺ ἐκυκλοφόρησαν πρὶν τὴ σύνοδο ὑπῆρξε πυκνὴ ἀναφορὰ στὸν πρωτόγνωρο καὶ ἐξόχως προβληματικὸ χαρακτήρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς συνόδου. Πρὸς ἀπόδοσιν λοιπὸν πλήρους εἰκόνας σχετικὰ μὲ τὴ σύνοδο ὀφείλουμε τὴν παρουσίαση ὅλων τῶν σχετικῶν προβληματικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ της, ὥστε νὰ ἀποδειχθεῖ καὶ μέσω αὐτῆς ὅτι ἡ ἀπαίτηση τῆς συνόδου γιὰ πανορθόδοξο κῦρος καθίσταται ἀδύνατη.

Ἐν πρώτοις στὸ ἄρθο 8 παράγραφος 2 ὁρίζεται κατ᾽οὐσίαν ἡ ἀπαγόρευσις ἐλευθέρας τοποθετήσεως ἐπισκόπων ἢ καὶ αὐτῶν τῶν προκαθημένων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπὶ νέων, μὴ ὁμοφώνως συμπεφωνημένων ζητημάτων στὶς Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Τοῦτο στὴ διαχρονικὴ λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, συνιστᾶ βαρύτατη στρέβλωσή του καὶ οὐσιαστικὰ κατεργάζεται τὴ φίμωσή του. Σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους ὑπῆρχε ἡ πλήρης ἐλευθερία οἱουδήποτε ἐπισκόπου νὰ θέσει ζήτημα πρὸς συζήτηση καὶ ἐπίλυση. Ἀκολούθως στὸ 9,3, τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ κατ᾽ οὐσίαν ὡς συνέχεια τοῦ 8,2, ἀπαγορεύεται ρητὰ πᾶσα παρέμβασης ἐπισκόπου, ἐπὶ ποινῇ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου(!), εἰς “ἐκτὸς θέματος” ζήτημα. Ἐν ἀντιθέσει, σ᾽ὅλες τὶς συνόδους τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε πλήρης ἐλευθερία λόγου εἰς πάντας, ἀκόμη καὶ σὲ μὴ ἐπισκόπους ὅπως βλέπουμε ἐπὶ παραδείγματι στὴ συζήτηση μοναχῶν καὶ ἁγίου Ταρασίου (Α´ πράξις Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου). Ἐπεκτείνονται δὲ οἱ ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεις στὸ 10,3 περί “ἄσχετων διαλογικῶν ἀντιπαραθέσεων” τῶν ἐπισκόπων, ὡσὰν οἱ ἐπίσκοποι νὰ μὴν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς τους καὶ τοῦ ὕψους τοῦ λειτουργήματός τους καὶ ἔτσι νὰ ἐκτρέπονται -δῆθεν- σὲ διενέξεις “ξένες, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ἀποστολήν” τῆς συνόδου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ κείμενο!

Στὸ 11,2 καθορίζεται ἡ ἀπαραίτητος ἀρχὴ τῆς ὁμόφωνης” ἀποδοχῆς τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν, προσυνοδικὰ συμπεφωνημένων, κειμένων πρὸς διαμόρφωσιν τῶν τελικῶν κειμένων, καθὼς καὶ ἡ ἀπόρριψις τῶν μὴ ὁμοφώνως ἀποδεκτῶν τροπολογιῶν. Οἱ παρατηρήσεις μας ἐν συντομίᾳ: ὅπως θ᾽ἀποδειχθεῖ κατωτέρω, συγκεκριμένα τελικὰ κείμενα τῆς συνόδου σχετίζονται ἀμέσως ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως μὲ δογματικὰ ζητήματα πρωταρχικῆς σημασίας καὶ ὄχι ἁπλῶς διοικητικοῦ ἢ ποιμαντικοῦ χαρακτήρα. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: σὲ ποία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο σὲ ζήτημα δογματικὸ ὑπῆρχε ἡ περίπτωση ἀπορρίψεως δογματικῆς διατυπώσεως, (“τροπολογίας” κατὰ τὴν φρασεολογία τῆς συνόδου), καὶ ὅλα νὰ συνεχίζονταν “κανονικά”; Ὑπενθυμίζουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης μᾶς εἶπε ὅτι συνιστᾶ τὸν τρίτο ὅρο-ἰδίωμα ἀληθοῦς Οἰκουμενικῆς συνόδου: τὸ ὀρθόδοξον τῶν δογμάτων της. Εἶναι δυνατὸν ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος νὰ ὑπάρχει διαφωνία καὶ νὰ συνεχίζουν οἱ διαφωνοῦντες ὡς νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε; Καθίσταται λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ λεγομένη ΑκΜΣ λειτουργοῦσε ὡς νὰ ἦταν ἡ Βουλὴ ὅπου ψηφίζουν βουλευτὲς πολιτικῶν κομμάτων ὑπὲρ ἢ κατὰ μίας τροπολογίας νόμου τοῦ κράτους, καὶ ὄχι ἁγιοπνευματικὴ σύναξις ποιμένων ὁμονοούντων ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ...

Τὸ 12,1 ἀναφέρεται στὰ περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων καὶ διαμορφώνει μία πραγματικότητα κατ᾽ ἐπίφασιν συνοδικὴ μέν, ἐν πράγματι δὲ πλήρως ἀντισυνοδικὴ καὶ παντελῶς ἀμάρτυρη στὴν καθολική, ἁγιοπνευματική, συνοδικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα, ἡ διαχρονικὰ ἀκολουθούμενη πρακτικὴ ὅλων τῶν συνόδων, Τοπικῶν ἢ Οἰκουμενικῶν, ἐρειδομένη σ᾽αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τῆς ὀρθόξοξης Ἐκκλησιολογίας, ἦταν ἡ πλήρης καὶ ὁμότιμη συμμετοχὴ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων, νοουμένων ὡς ποιμένων καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀληθείᾳ μαρτυροῦσαν τὴ καθολικὴ πίστη, τὸ θεμέλιο δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοδομήθηκε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία[11]. Οἱ ἐπίσκοποι, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ ὁμοτίμου τῆς ἀρχιερατικῆς τους ἱερωσύνης, ψήφιζαν πάντες καὶ δὲν ἦσαν -δῆθεν- ἐκπροσωπούμενοι ἀπὸ τὸν πρῶτο τους καὶ τὴν ψῆφο του. Ἡ νέα αὐτὴ διαδικασία ἀκύρωσε τὴ διαχρονικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ τοῦ ὁμοτίμου ἐπισκόπου πρὸς ἐπίσκοπον, διαχώρισε κυριαρχικὰ τοὺς πρώτους, (τοὺς προέδρους δηλαδὴ τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν), ἀπὸ τοὺς περὶ αὐτοὺς ἐπισκόπους, μὲ συνέπεια τὴ διαμόρφωση δύο τύπων ἐπισκόπων: ἀφ᾽ ἑνὸς τοῦ πρώτου καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ὅλων τῶν ὑπολοίπων, μὲ οὐσιαστικὴ διάκριση ὁ πρῶτος νὰ ψηφίζει, ἀντιπρόσωπος πλέον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ὄχι. Ἡ συνοδικότητα κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁδηγήθηκε σὲ κάτι νέο, τὸ ὁποῖο μετὰ τὴ Κρήτη θὰ λειτουργεῖ ὡς παραδεδομένο ἱστορικὸ προηγούμενο ποὺ θὰ καθορίζει πλέον τὴν λειτουργία καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα μεγάλων συνόδων, ὅπου ἤδη ἔχει ἀγγελθεῖ ὅτι θὰ ὑπάρξουν.

Συνυφασμένο μὲ τὸ 12,1 εἶναι καὶ τὰ 12,2 καὶ 12,3 στὰ ὁποῖα ἐπεκτείνεται ἡ ἐκθεμελίωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ὀρθοδόξως νοουμένου, μὲ συνέπεια τὴν ἵδρυση ἑνὸς νέου τοιούτου, τοῦ ἐπισκόπου-αὐλικοῦ. Συγκεκριμένα, γιὰ νὰ ὑπάρξει καταφατικὴ ἢ μὴ ψῆφος ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὑπὸ τοῦ πρώτου ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας προηγεῖται ἐσωτερικὴ ψηφοφορία ὅλης τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ὁποία δύναται νὰ μὴν ὑπάρχει ὁμοφωνία, καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων. Μὲ ἁπλὰ λόγια δύνανται ἕνας ἢ καὶ περισσότεροι ἀρχιερεῖς νὰ διαφωνήσουν, ἀλλ᾽ὡς μειοψηφοῦντες ἀποδέχονται τὴν ἀπόφαση, ποὺ εἶναι τελικὰ ἀπόφαση τῆς πλειοψηφίας! Ἡ ἀξιολόγηση δὲ τῶν δαφωνιῶν, συνιστᾶ πλέον κατὰ τὸ 12,3 “ἐσωτερικὸν ζήτημα” ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας!

Διαμορφώνεται ἐκ τῶν πραγμάτων μία νέα ἐκκλησιολογικὴ ἀντίληψις, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα δύναται (καὶ βάσει τοῦ 12,3 νομιμοποιεῖται) νὰ ὑπάρχει διαφοροποίηση στὸ ἐπαρχιακὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ τελικὰ νὰ ἐπιτυγχάνεται ὁμοφωνία στὸ οἰκουμενικό. Κατ᾽οὐσίαν τὸ 12,3 ἔρχεται σὲ ἀντίφαση ἕως καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας [12], τὸ ὁποῖο ἐν παρόδῳ νὰ λεχθεῖ ὅτι, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀποδέχεται καὶ νομιμοποιεῖ ὁμοφώνως ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ ἓκτο κείμενό της!

Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας ἀσχολούμενο μὲ τὸ θέμα “Πρωτεῖο καὶ Συνοδικότης” διέβλεπε ὅτι ἡ συνοδικότης λειτουργεῖ σὲ τρία ἐπίπεδα: τὸ τοπικό (local = ἡ περὶ τὸν ἐπίσκοπο τοπικὴ Ἐκκλησία π.χ. ἕνας ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αύτὸν ἱερεῖς[13]), τὸ ἐπαρχιακό (regional = ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας π.χ. τῆς Ἑλλάδος) καὶ τὸ οἰκουμενικό[14] (universal = ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος)· σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα ὑπάρχει πρῶτος καὶ σύνοδος (στὸ τοπικὸ ἐπίπεδο ὡς σύνοδος λαμβάνεται -δῆθεν- ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη). Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα εἶναι ἐξ᾽ ἐπόψεως ὀρθοδόξου παντελῶς ἀπορριπτέο, καὶ οἱ παραπάνω θέσεις περὶ τῆς συνοδικότητος ἐντὸς τοῦ συνολικοῦ νοηματικοῦ πλαισίου τοῦ κειμένου ἐπίσης ἀπόβλητες, παρατηρεῖται ὅτι τὸ 12,3 τοῦ κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ καταστρέφει τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῶν τριῶν ἐπιπέδων: ἄλλα δύναται νὰ λέει καὶ νὰ συμφωνεῖ ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν Ἐκκλησία τῆς ἐπισκοπῆς του, ἄλλα νὰ συμφωνοῦνται στὴ σύνοδο στὴν ὁποῖα συμμετέχει, καὶ τέλος στὸ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο, βάσει τῆς ἐπιτευχθείσας ὁμοφωνίας, αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν τοπικὴ Ἐκκλησία, ἄλλα νὰ ἀναγκάζεται ν᾽ ἀποδεχθεῖ ὡς καθολικὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας!

Αὐτὴν τὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν τριῶν ἐπιπέδων, μὰ μὲ τρόπο στρεβλό, ἀντικανονικὸ καὶ κυριολεκτικὰ ἀντισυνοδικό, τὴν εἴδαμε στὴν Κρήτη μὲ τὴν ἐπιλεκτικὴ παρουσία ἐπισκόπων (24 γιὰ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία), τὴν διαδικασία ἐσωτερικῆς ψηφοφορίας τῶν 24 άντιπροσώπων ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας έπὶ τῶν τελικῶν κειμένων (τό -δῆθεν- δεύτερο ἐπίπεδο συνοδικότητος), καὶ τέλος τὴν ὁμόφωνη ψηφοφορία-ἀποδοχὴ τῶν τελικῶν κειμένων ἀπὸ τοὺς 10 προκαθημένους-πρώτους (τὸ ὁποῖο συνιστᾶ τὸ τρίτο -δῆθεν- ἐπίπεδο, τό (ψευδο)οἰκουμενικό). Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι κάποιος μειοψηφῶν, κατὰ τὴν ἐσωτερικὴ ψηφοφορία τῶν ἐπισκοπικῶν ἀντιπροσωπειῶν ἐπίσκοπος, μὲ δεδηλωμένη διαφωνία ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος[15] ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐπιστρέφει στὴν ἐπισκοπή του καὶ νὰ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ διδάξει τ᾽ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐδίδασκε προτοῦ ἀναχωρήσει γιὰ τὴ σύνοδο· αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελικὸ ζητούμενο τοῦ νεοπαγοῦς τρόπου “ὁμοφωνίας” ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὅσον ἀφορᾶ τὴ ζωὴ τῆς κάθε, ὑπὸ ἐπίσκοπον, τοπικῆς (=local) Ἐκκλησίας.

Περαιτέρω ἔγκριση τῶν ἀποφάσεων τῆς ΑκΜΣ δὲν προβλέπεται, δηλαδὴ οἱ ἀποφάσεις της εἶναι τελεσίδικες καὶ ὅπως ρητῶς ἀναφέρεται στὸ 13,2 ἔχουν πλέον πανορθόδοξο κῦρος καὶ ἁπλῶς κοινοποιοῦνται στὶς αὐτοκέφαλες τοπικὲς Ἐκκλησίες πρὸς ἐνημέρωσιν τοῦ ποιμνίου τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων.

            Κλείνοντας τὴν παρουσίαση περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ περιοριζόμαστε νὰ δηλώσουμε αὐτὸ ποὺ ἤδη ἔχει γίνει σαφές: ἡ σύναξη τῆς Κρήτης δὲν πληροῖ ἀπολύτως κανένα κριτήριο ὀρθοδόξου συνόδου· οἱ ὅροι λειτουργίας της καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν της ποὺ ὡδήγησαν καὶ στὶς σχετικὲς ἀποφάσεις της, συγκροτοῦν ἕνα ἀντι-παράδειγμα “συνόδου”, κυριολεκτικὰ μία ἀντισύνοδο καὶ δίχως ἀμφιβολία αὐτὸ ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία χαρακτηρίζεται ὡς ψευδοσύνοδος. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς παρουσίας μάλιστα ἀνιέρων, ἑτεροδόξων, ψευδεπισκόπων τόσο στὸ ἄνοιγμα ὅσο καὶ στὸ κλείσιμο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, κάτι ποὺ καὶ αὐτὸ προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμό της (ἄρθρο 14), μᾶς σαφηνίζει τὸ γενικὸ τόνο, τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ σκοπὸ τῆς συγκεκριμένης συνάξεως.

 

 

Τὰ κείμενα τῆς ΑκΜΣ

 

            Οἱ Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα ἐκκλησιαστικὲς σύνοδοι ἤδη εἴδαμε ὅτι χαρακτηρίζονται ὡς τέτοιες[16], καὶ γιὰ τὴ σημασία τους στὴν ἐπίλυση κρισίμων ζητημάτων σχετικῶν πρὸς τὴν ὀρθόδοξο πίστι καὶ θεολογία, τὰ ὁποῖα καὶ κατεγράφοντο στὶς ἀποφάσεις καὶ τοὺς δογματικοὺς ὅρους τους. Εἶναι τὰ τελικὰ κείμενα δηλαδὴ βάσει τῶν ὁποίων κρίνεται ἢ κατακρίνεται μία σύνοδος καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὴ ἔχει ἀξιώσεις καθολικοῦ κύρους.

            Ἡ πρώτη, γενικοῦ χαρακτήρα, ἐπισήμανση ποὺ ὀφείλει νὰ γίνει βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύναξη τῆς Κρήτης ἀποτελεῖ τὸ τέρμα μίας πορείας σχεδὸν 90 ἐτῶν προσυνοδικῶν διεργασιῶν, διασκέψεων καὶ προβληματισμοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἐξαιρετικὰ εὐρέως καταλόγου θεμάτων, στὴ συντριπτική τους πλειοψηφία οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου· αὐτὸς ἄλλωστε ἦταν ὁ ἀνέκαθεν προβεβλημένος χαρακτήρας της: ἡ προσαρμογὴ τῆς Ἐκκλησίας στὰ νέα οἰκουμενι(στι)κὰ δεδομένα, ὅπως βεβαίως αὐτὰ εἶχαν σχηματοποιηθεῖ ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ βρίσκονταν (καὶ συνεχίζουν νὰ βρίσκονται) πίσω ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Εὔλογο εἶναι λοιπὸν καὶ ἀναμενόμενο, στὰ τελικὰ κείμενα τῆς Κρήτης νὰ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ ἀκροθιγῶς μέν, (λόγῳ τοῦ γενικόλογου καὶ περιοριστικοῦ χαρακτήρα τους), ἀλλὰ ἐναργῶς, ὅλες αὐτὲς οἱ θέσεις ποὺ συναποτελοῦν καὶ τὸ πυρῆνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ πληρέστερη κατανόηση τῶν ὅσων ἔγιναν καὶ ἀποφασίστηκαν στὴν Κρήτη θ᾽ἀπαιτοῦσε καὶ τὴν ἐξέταση κειμένων ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸ περιθώριο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου καὶ τὰ ὁποῖα κοινοποιήθηκαν ἰδίως στὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα ἐνημέρωσης. Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι ἀντίθετοι πρὸς τὴ κατεύθυνση καὶ τὸ χαρακτήρα τῆς συνόδου ἐπιχειρηματολόγησαν κατὰ αὐτῆς. Ὡς ἀπάντηση, ἐπίσκοποι (Φαναριῶτες) καὶ οἰκουμενιστὲς λαϊκοὶ θεολόγοι, ἐτοποθετήθησαν ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, κάνοντας τὶς δικές τους ἐκτιμήσεις, μὲ τὴν ὅποια ἐπιχειρηματολογία. Ἐν πολλοῖς εἶναι αὐτὲς οἱ τοποθετήσεις ποὺ κάνουν εὐκρινέστερη τὴν εἰκόνα τῆς συνόδου καὶ τῶν πρωταρχικῶν σκοπῶν της, καθὼς προέρχονται, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ φαναριῶτες ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι συνάμα εἶναι καὶ καθηγητὲς πανεπιστημίου.[17]

 

 

Α´ . Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολὴ

 

            Τὸ κεντρικὸ κείμενο τῆς Κρήτης εἶναι ἡ “ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, καὶ μαζὺ μὲ τἠ συντομευμένη ἐκδοχή της, τὸ “ ΜΗΝΥΜΑ Τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας” συναποτελοῦν ἀφ᾽ἑνὸς τὴν ἐπιτομὴ τῶν ἕξι τελικῶν κειμένων-ἀποφάσεων, ἀφ᾽ἑτέρου διαμορφώνουν, καθορίζουν καὶ οὐσιαστικὰ ἐπιβάλλουν τὸ ὅλον τῶν βασικῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κινηθοῦν οἱ μετὰ τὴ σύναξη τῆς Κρήτης ὑπογράψαντες καὶ οἱ ἐκκλησίες τους. Στὴ συνάφεια αὐτὴ θὰ γίνει ἀναφορὰ καὶ στὸ κείμενο Ἡ ΑΠΟΣΤΟΛΗ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ [18].

 

 

α´. Ἡ ΑκΜΣ ὡς “αὐθεντικὴ μαρτυρία τῆς πίστεως”

 

            Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς ΑκΜΣ εἶναι ὅτι “ἀποτελεῖ αὐθεντικὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως” καθὼς θεωροῦν οἱ συμμετέχοντες ὅτι “στοιχοῦμεν τῇ παραδόσει τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων ἡμῶν” καὶ τέλος ὅτι “θεολογοῦντες «ἁλιευτικῶς», ἤγουν ἀποστολικῶς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἑκάστης ἐποχῆς” μεταδίδουν τὸ “Εὐαγγέλιον τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´,1)”. Μᾶς διαβεβαιώνουν τέλος ὅτι, “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της. Προσφέρεται δι᾽ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα...”.

            Τὸ νὰ στοιχεῖ τις στὴν παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν ἁγίων, σημαίνει νὰ τηρεῖ πάντα ὅσα ἐνετείλατο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (βλ. Μτ. 28,20) καὶ οἱ μετ᾽αὐτὸν Ἀπόστολοι (πρβ. Α´ Κορ. 14,37) καὶ πάντες οἱ ἑπόμενοι αὐτῶν Πατέρες, διότι ἄλλως: “ Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ ὑποτύπωσιν καὶ διδασκαλίαν τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν καινοτομηθέντα καὶ πραχθέντα καὶ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα ”, ὅπως ἐπίσης: “ Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένοις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους κανόνας τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν, οἳ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν κοσμοῦντες πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐσέβειαν, ἀνάθεμα[19] . Τελικῶς οἱ μέλλοντες νὰ μαρτυρήσουν, ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ ἀποστάτου πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς τονίζουν: “ Ὁ γὰρ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχὺ ἀνατρέπων τῷ παντὶ λυμαίνεται[20] .

            Ὄντως, ἡ διαχρονικὴ μαρτυρία τῶν δοχείων τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποσκοποῦσε στὴ διαφύλαξη ἕως κεραίας (πρβ. Μτ. 5,18) τῆς παραδεδομένης πίστεως, τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τῆς σωτηρίας, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς Ἐκκλησίας (Μτ. 16,18). Ἡ Ἐκκλησία ἔχουσα κεφαλὴ τὸν Χριστόν, “τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτήν” (Ἑβρ. 12,2), εἶναι τὸ ἀεὶ ζωοποιούμενον ὑπ᾽ Αὐτοῦ σῶμα (πρβ. Κολ. 1,18), καὶ καθὼς περιγράφει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας “ Τὰ δὲ μέλη συνῆπται μὲν τῇ κεφαλῇ καὶ ζῇ τῷ συνῆφθαι καὶ διαιρεθέντα ἀποθνήσκει ”[21]. Τοῦτο μᾶς θυμίζει συνειρμικὰ καὶ τὸ λεχθὲν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Α´ πράξης τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “ Ἰωάννης ὁ θεοφιλέστατος τοποτηρητὴς τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου τῆς ἀνατολῆς εἶπεν· ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας πάντα ἄνθρωπον. Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· τοῦτο εὔδηλόν ἐστιν[22]. Ἡ εἰκόνα εἶναι σαφής· πίστις καὶ ζωὴ συνδέονται ἄρρηκτα, “ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται” (Ἰω. 11,25-26), εἶναι ὁ χωρισμὸς τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου ποὺ ἐπιφέρει τὸ πνευματικὸ θάνατο. Ἡ φανέρωση αὐτῆς τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυρεῖται καὶ ἀπαγγέλεται ἱεραποστολικῶς (πρβ. Α´ Ἰω. 1,2) κατὰ θέλησιν Θεοῦ καὶ ὄχι ὅπως ἕκαστος νομίζει (Ἰω. 12,49) διότι εἶναι συνολικὴ ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς, λόγῳ καὶ ἔργῳ, ἐκφαίνεται δὲ ὡς ὁδὸς καὶ ἀλήθεια (Ἰω. 14,6)· ἐν Χριστῷ εὐαγγελίζεται ὁ κόσμος τὴν ἀλήθεια, καὶ ὀφείλει ὡς “μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων” (Α´ Πτ. 5,1) ὁ εὐαγγελίζων ὡς οὐκ ἀρνούμενος τὴν πίστιν (Ἀπ. 2,13), νὰ φανερώνει τὸν ἀληθινὸν Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατ᾽ἐξοχὴ πρῶτος καὶ μόνος “ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός” (Ἀπ. 3,14).

            Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἀκροθιγῶς ἐκτεθέντων, νοεῖται ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας στὸ κόσμο, ὡς στοιχοῦσα στὴν ἀποστολικοπατερικὴ ἁγιοπνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ὀρθῶς περιγράφεται ὡς παρακαταθήκη. Ἡ διαφύλαξις τῆς παρακαταθήκης (πρβ. Α´ Τιμ. 6,20) συνιστᾶ καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ μηνύματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμο, καὶ δὲν δύναται νὰ συμβεῖ παρὰ μόνο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (Β´ Τιμ. 1,14), καὶ ὄχι βεβαίως μὲ μετανεωτερικές (ψευδο)ἐπιστημονικὲς κατασκευές... Εἶναι αὐτὴ ἡ διάκριση μεταξὺ αὐθεντικότητας καὶ μή, ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ποὺ κάνει ὁ ἐν ἁγίοις ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ἀναφορικὰ μὲ τὴν τήρηση τῆς παρακαταθήκης: “εἰσὶν δὲ σοφοὶ ἀπὸ μόνου τοῦ βούλεσθαι καὶ σοφίας δίχα, ἵνα τὴν προφητικὴν ἀρὰν ἐθελούσιον ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἐπισπάσωνται, καὶ ἐπιστήμονες τῷ οἴεσθαι (οὐ γὰρ τῷ εἶναι), ἐπιλήσμονες δὲ ὡς ἀληθῶς ὧν πρὶν μεμύηνται καὶ πεπείρανται, ὡμολόγησάν τε καὶ προέστησαν θείων δογμάτων, ὡς ἂν τὸ εὐπαράφορον καὶ εὐπαρακόμιστον τῆς ἀγενοῦς ψυχῆς ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκεν ἐμφανῶς στηλιτεύηται, ὁπότε τὴν πιστευθεῖσαν αὐτοῖς καλὴν παρακαταθήκην ἀφυλάκτως προὔδωκαν, ἧς καὶ τὸ μικρὸν παρεωραμένον καὶ ἀτημέλητον κινδυνῶδές τ' ἂν εἴη καὶ σφαλερώτατον [23].

 

 

β´.  Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της

 

             Ἔχοντας σκιαγραφήσει στ᾽ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, τὴν ἀδιάσπαστο ἑνότητα τῆς ζωῆς, μαρτυρίας καὶ πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατανοητὸ πόσο λάθος εἶναι ἡ ἐπισήμανση ὅτι “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της”, καὶ ὅτι -δῆθεν-προσφέρεται δι᾽ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα”. Ἡ Ἐκκλησία φέρει ἐν αὐτῇ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, διότι καὶ “ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.” (Ἰω. 1,4). Ἡ Ἐκκλησία ἔχει λοιπὸν αὐτοτελὴ ζωὴ, διακριτὴ ἀπολύτως ἀπὸ τὴ ψευδοζωὴ τοῦ κόσμου, ὁ δέ “ἑαυτός” της δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ζωοδότη της, αὐτὸν ζεῖ καὶ τὴ μαρτυρία αὐτοῦ (δηλαδὴ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία) προσφέρει στὸ κόσμο.  Πέρα ἀπὸ αύτὰ ὅμως, ἂν καὶ εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπο ἐνσωματωμένες οἱ ἀνωτέρω ἀναφορὲς στὸ κείμενο ποὺ δείχνουν σχεδὸν ἀθῶες, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ᾽δοῦμε τὰ πράγματα καὶ ὑπὸ ἄλλη ὀπτικὴ γωνία... Ἡ πραγματικότητα λοιπὸν ἀποκαλύπτεται νὰ εἶναι πολὺ διαφορετική· ἐξακολουθητικὰ ἀλλὰ καὶ μεθοδικὰ οἱ καθ᾽ ἡμᾶς οἰκουμενιστὲς[24] μεταφέρουν ἰδέες ἀπὸ τὴ Δύση, κατάλληλες στὴν ἐμπέδωση ἑνὸς νέου ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιθυμοῦν νὰ μεταφέρουν τὴ συζήτηση περὶ Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα στὴν ἐξαιρετικῆς σημασίας έγκύκλιο τοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint[25] σχετικὰ μὲ τὴν δέσμευση τοῦ παπισμοῦ στὸν Οἰκουμενισμό, (ὅπως λέει ἀκριβῶς καὶ ὁ ὑπότιτλος τῆς ἐγκυκλίου: On commitment to Ecumenism), συναντᾶμε στὸ 5/a ἀκριβῶς τὴν ἴδια διατύπωση[26] , στὸ ἴδιο πλαίσιο ἀναφορᾶς. Ἀνεξαρτήτως τῆς πηγῆς ἔμπνευσης (ἡ ὁποία πάντα εἶναι δυτική, καὶ πλέον σχεδὸν ἀποκλειστικὰ παπική), αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει τελικῶς εἶναι ἡ ἑνιαία παρουσίαση τοῦ οἰκουμενιστικοῦ μηνύματος σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

            Γενικόλογες ἀγαπολογικοῦ τύπου ἐκφράσεις, ὡς οἱ ἀνωτέρω, διατυπώνονται συχνὰ μέσα στὴν Ἐγκύκλιο ὅσο καὶ στὸ σημαντικότερο κείμενο τῆς συνάξεως τῆς Κρήτης, αὐτοῦ περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Περιοριζόμαστε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι τὸ γνήσιον αὐτῶν ἐλέγχεται καὶ τελικῶς κρίνεται κίβδηλο, ἀπὸ τὸ ἐλλιπὲς ἕως καὶ ἀνύπαρκτον τῆς ὁμολογίας τῆς παρακαταθήκης ποὺ συγκροτεῖ καὶ διέπει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθοῦς πίστεως, τῆς μόνης δυναμένης νὰ ζωοποιήσει αὐτόν, καὶ ὄχι διαχριστιανικὰ συνέδρια “εἰδικῶν” ἢ κοινωνικοῦ χαρακτήρα ἐλεημοσύνης, ποὺ εἶναι κυρίως ἔργο τοῦ κάθε κράτους καὶ τῶν παντοίας φύσεως πολιτικῶν ὀργανισμῶν...

 

 

γ´. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος

 

            Συνεχίζοντες οἱ συντάκτες τῆς Ἐγκυκλίου, (προφανῶς καὶ πάλι ὁ Ζηζιούλας), καὶ στὴν προσπάθειά τους κάτι νὰ ποῦν, γιὰ τὸ τί εἶναι Ἐκκλησία καὶ ἔτσι νὰ πλαισιώσουν θεολογικὰ τήν “προσφορά” αὐτῆς πρὸς τὸ κόσμο, καταλήγουν στὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἐκ τῶν πλέον σκοτεινῶν, παντελῶς ἀμάρτυρων ἁγιογραφικά-πατερικά, θέσεων τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, αὐτῆς ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς “εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος[27]. Δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ὅτι μιὰ τόσο σημαντικὴ θέση, μένει ἄνευ παραπομπῆς σὲ κάποιο κείμενο, ὅπως ἐπίσης τὸ ὅτι δὲν ἀναλύεται. Παρότι ἡ ἐκτενὴς ἀνάλυση διαφεύγει τοῦ σκοποῦ τοῦ παρόντος κειμένου, ἀκροθιγῶς ἔχουμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς: ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀποστολικοπαράδοτη πατερικὴ παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ “ὡς τὴν αὐτὴν αὐτῷ κατὰ μίμησιν καὶ τύπον ἐνέργειαν ἔχουσαν[28]. Ἡ ἀνθρώπινη φύση κοινώνησε ὑποστατικῶς ἅπαξ ἐν Χριστῷ, οἱ ὑποστάσεις (δηλαδὴ οἱ ἐπὶ μέρους ἄνθρωποι), κοινωνοῦν μὲ τὸ Χριστὸ ἐνεργητικῶς, δηλαδὴ κατὰ τὴν κοινὴ τριαδικὴ ἄκτιστο ἐνέργεια. Ἡ ζηζιούλια θεώρηση ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει μία “ἐνδοτριαδικὴ ζωή” ἡ ὁποῖα κοινωνεῖται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ συνιστᾶ τή -δῆθεν- ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σύνολη ἡ πατερικὴ παράδοση ὡς “ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις” καταγράφει τὸ ἀπόρρητο μυστήριο τῆς ἀγεννησίας, τῆς γέννησης καὶ τῆς ἐκπόρευσης καὶ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο! Εἰδάλλως, τὰ τρία προσκηνυτὰ Πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, θὰ σχετίζονταν μεταξύ τους κατ᾽ ἐνέργειαν, ὅπως δηλαδὴ συμβαίνει μεταξὺ κτίσεως καὶ Θεοῦ. Οἱ θεολογικὲς συνέπειες τῆς κατ᾽ ἐνέργειαν σχέσης τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι καταστροφικὲς γιὰ τὴν ἑνότητα Της. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπὶ μέρους διασάφηση περὶ τοῦ χαρακτήρα τῶν σχέσεων, τὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ κινεῖται μεταξὺ Ἀρειανισμοῦ καὶ Σαβελλιανισμοῦ (πλήρη διαπραγμάτευση τῆς ἐσωτερικῆς σχέσεως τῶν δύο -φαινομενικὰ διαφορετικῶν- αἱρέσεων κάνει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στοὺς 4ης λόγους του κατὰ Ἀρειανῶν, βλ. PG 26,12-468). Ἡ βούληση τοῦ Ζηζιούλα εἶναι, καὶ τοῦτο δίχως νὰ τὸ ἐννοήσει κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς τῆς Κρήτης, νὰ θεμελιώσει τὴν περὶ Πρωτείου θεωρία του καὶ ἡ ὁποία βασίζεται στὸ ὑποτιθέμενο Πρωτεῖο τοῦ Πατρός! Ἡ Mοναρχία τοῦ Πατρὸς στρεβλοῦται αἱρετικῷ τῷ τρόπῳ σὲ Πρωτεῖο, οὕτως ὥστε ὅπως ὑπάρχει Πρωτεῖο στὴν ἁγία Τριάδα, καὶ ἐφ᾽ὅσον ἡ Ἐκκλησία δῆθεν τὴν εἰκονίζει, νὰ συνεπάγεται ὅτι ὑπάρχει Πρωτεῖο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ μάλιστα Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα! Μ᾽αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ περὶ Πρωτείου συζήτηση λαμβάνει θεολογικὸ χαρακτήρα ἐπὶ τριαδολογικοῦ θεμελίου.[29] Ἡ παραπάνω θέση ἀπηχεῖ κυρίως τὸ κείμενο τοῦ Μονάχου (1982), ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίστηκε καὶ προέκτεινε τὶς διαπιστώσεις του τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα[30] (2007). Ἐμμέσως πλὴν σαφῶς νομιμοποιοῦνται κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀποκτοῦν “ὀρθόδοξο” κῦρος καὶ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν διαλόγων.

            Συμπερασματικά: τὸ ζήτημα τοῦ εἰκονισμοῦ καθ᾽ ἑαυτὸ εἶναι τεράστιο καὶ συνιστᾶ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς ὅλης θεολογικῆς κατασκευῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τῶν οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως. Ὅπως ἤδη ἔχει δειχθεῖ, οἱ άντορθόδοξες θέσεις ἔχουν κυρίως παπικὴ ρίζα. Ἡ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας μὲ ὃρους εἰκονισμοῦ, πρωτόγνωρη γιὰ τὰ ὀρθόδοξα δεδομένα, συνιστᾶ οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς παπικῆς κατανόησης τῆς ἔννοιας τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν παγκοσμίου Πρωτείου τοῦ “Πέτρου” (ὅπως ὀνομάζεται ὁ ἑκάστοτε πάπας ὡς δῆθεν διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου). Πράγματι στ συνοδικὸ Διάταγμα τῆς Β´ Βατικανῆς ποὺ ἔβαλε ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὸν παπισμὸ στὶς ράγες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τ Unitatis Redintegratio (1964), στὸ 2/f,  βλέπουμε τὴ ρητὴ ἀναφορὰ μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς αὐτὴν τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς πρώτης πρὸς τὴν δευτέρα[31]. Γίνεται ἔτσι κατανοητὴ ἡ πηγὴ, τόσο τοῦ Ζηζιούλα ὅσο καὶ μέσῳ αύτοῦ, τῆς Ἐγκυκλίου τῆς συνόδου τῆς Κρήτης…         

 

 

 

δ´. Ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου

 

            Σὲ πλαισίωση πρὸς τήν κεντρικῆς σημασίας, πολυεπίπεδη καὶ μὲ πολλαπλὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ εὐρύτερα θεολογικὲς συνέπειες ἀνωτέρω θέση, ἐπισημαίνουμε τὴν ὕπαρξη καὶ ἄλλων ζηζιούλιων θεωρήσεων, ποὺ ἐπίσης τεχνηέντως ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ τελικὰ κείμενα, παρότι ἔχουν ἐλεχθεῖ ὡς αἱρετικές· αὐτή τους ἡ ἐνσωμάτωση ἐπιτυγχάνει τελικὰ νὰ τὶς ἀπαλλάξει ψόγου καὶ τὶς καθιστᾶ “ὀρθόδοξες” καὶ καθολικοῦ κύρους. Ἐν πρώτοις συναντᾶται ἡ γνωστὴ θεωρία περὶ προσώπου[32], ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει θεμελειώσει ὁ Ζηζιούλας καὶ ὅλες τὶς ἑπόμενες, ὡς ἄλλο πύργο τῆς Βαβέλ. Τοῦτο στὸ κείμενο ἐμφανίζεται μέσω τῆς χρησιμοποιήσεως χωρίου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τό «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διά τῆς  ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τήν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες  γάρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καὶ τὸ κοινὸν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτὸν ἀναβιοῖ πρόσωπον» (Ὑπόμνημα  εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ. PG 73, 157-161)” (Ἐγκύκλιος 4/β). Ἂς σημειωθεῖ ὅτι συναντᾶται καὶ ἑτέρα γραφὴ τοῦ “ἀναβιοῖ ”, ὡς “εἰς τὸ αὐτοῦ ἀναβαίνει πρόσωπον[33], πάντως τὸ χωρίο, κατὰ τὴ συνήθη τακτικὴ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας “ἀρχικὰ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴ συνάφεια τοῦ κειμένου (ἐν παρόδῳ στὸ κυρίλλειο κείμενο ἀναλύεται τὸ χωρίο ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην 1,14 “καὶ ἐσκήνωσε ἐν ἡμῖν”), καὶ αὐτονομημένο ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα[34] συνδέεται μὲ τὴν (ζηζιούλια) ἔννοια τοῦ προσώπου, ἐνῶ ξεκάθαρα τὸ ἴδιο τὸ κείμενο ἀναφέρεται στὴν πρόσληψη καὶ συνακόλουθα θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Πέρα ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο, εἶναι καὶ στὸ κείμενο τῆς Ἀποστολῆς, ὅπου ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἀνωτέρω στρέβλωση, τούτη τὴ φορὰ κάνοντας παράχρηση ἄλλου κειμένου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου (αὐτὴ τὴ φορὰ τοῦ PG 74, 273D-275A) τὸ ὁποῖο ὁμοίως δὲν ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο ἀλλὰ στὴν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Τὰ δύο χωρία κακοποιοῦνται ἀλλὰ καὶ συνδέονται ἑρμηνευτικὰ μὲ τὴν περί “ἀνακεφαλαιώσεως” χρήση.

Τὸ ὅτι ὅλα τὰ ἀνωτέρω οὔτε τυχαῖα, οὔτε ἄνευ αἰτίας βρῆκαν θέση στὰ τελικὰ κείμενα, σαφηνίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεση τελικὰ ἐκ τοῦ κειμένου τῆς Ἀποστολῆς τῆς ἑξῆς προβληματικῆς παραγράφου, ζηζιούλιας ἐπίσης ἐμπνεύσεως καὶ θεολογίας. Ἓν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένου φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίας προσώπων, ἀντανακλώντων κατὰ χάριν διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τὴν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωὴν καὶ κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ τὸ θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας” (Άποστολὴ Β/1). Τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα διαφωτίζει τὸ λόγο ὕπαρξης στὴν ἐγκύκλιο τῆς ἀναφορᾶς περὶ τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας “κατ᾽ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”, τῶν δύο ἀναφορῶν περὶ προσώπου ποὺ ἐξετάσαμε, καὶ πῶς αὐτὰ συνδέονται μὲ τὴν ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας (ποὺ κατὰ Ζηζιούλα τὸ πρόσωπο “προηγεῖται” τῆς οὐσίας καθὼς ἡ ἐλευθερία συνδέεται μ᾽αὐτό, ἐνῶ ἡ “ἀνάγκη” μὲ τὴν οὐσία). Στὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα μιᾶς καὶ δὲν ἀφαιρέθηκε ἡ ἀναφορὰ στὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι σὰν νὰ εἶναι παρόν, πλέον ὅμως μὲ κεκαλυμμένο τρόπο.

 

 

ε´. Ἑνότης καὶ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας

 

            Ἡ διαπότιση τῶν τελικῶν κειμένων μὲ τὸν ἰδιαίτερο τρόπο θεολογήσεως ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα παρατηρεῖται ἐπίσης στὶς ἑξῆς διατυπώσεις: “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ (Μήνυμα 1/β), ὅπως καί, “Κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, προσφέρουσα τὴν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καὶ φανέρωση τῆς Μιᾶς(sic), Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας” (ὃ.π).

Τυγχάνουν γνωστὲς καὶ διαρκῶς διατυπούμενες σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα οἱ παραπάνω θέσεις καὶ οἱ ὁποῖες δὲν ἀπηχοῦν τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία[35]. Τὰ πάντα ὑποτάσσονται στὴ νέα περὶ Πρωτείου θεωρία του: ἡ ἑνότης “πραγματοποιεῖται” ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐπισκόπου, ἑπομένως τὸ πλήρωμα τῆς ἑνότητος βρίσκει τὴν ἔκφρασή της μόνον ἐν συνόδῳ, ἐγγυητὴς δὲ αὐτῆς τῆς ἑνότητος καθίσταται ὁ “πρῶτος”[36], τῆς συνόδου! Καὶ ὅμως, ἑνότητα καὶ καθολικότητα νοοῦνται πάντοτε ὡς δεδομένες καὶ διαρκεῖς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὴ ἔχουσες ἀνάγκη συνοδικῆς ἔκφρασης ποὺ δῆθεν τὶς ὑποστασιοποιεῖ.[37] Ὡς ἐμπράγματες καταστάσεις, ἡ ἑνότητα εἶναι καθολικὴ καὶ ἡ καθολικότητα ἑνωτική: τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν (κοντάκιον Πεντηκοστῆς), δηλαδὴ τοὺς πιστούς, καὶ καθὼς αὐτὸ εἶναι ποὺ χορηγεῖ πάντα τὰ χαρίσματα, “ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας” (στιχηρὰ ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς). Θεμέλιο τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ἀποστολοπαράδοτος μία, ἑνοειδὴς καὶ ἑνοποιοῦσα, πίστις[38], καὶ ἡ ὁποία εἶναι καὶ λέγεται καθολική, ὡς περιέχουσα πᾶσαν τὴν καθολικὴν ἀλήθειαν, ταὐτὸν εἰπεῖν τὴν σωτηρία[39]· αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπου ἡ Ἐκκλησία καλεῖται καθολική[40], καὶ ὄχι γιατὶ εἶναι δῆθεν παγκόσμια, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ παπισμὸς.

            Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δεύτερη διαπίστωση, περὶ τῆς “ἐν τόπῳ φανερώσεως τῆς Μίας, Ἁγίας Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας”, πέρα τοῦ ὅτι εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρο στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μᾶλλον αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπουσίας παραπομπῆς σὲ κάποια πηγή[41], εἶναι σὰν νὰ ὑποδηλώνεται ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἀοράτου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑποστασιοποιεῖται χωροχρονικὰ στὶς τοπικὲς εὐχαριστιακὲς συνάξεις. Τοὐναντίον ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ φανέρωση κάτι ἄλλου, ἀλλὰ εἶναι καὶ μάλιστα πλήρης, ἡ Μία, Ἁγία καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία.

Ἡ ἀντιπαραδοσιακὴ αὐτὴ νέα θεώρηση περὶ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς φανερώσεων τῆς Μίας Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ἀναγκάζει λοιπὸν καὶ πάλι νὰ στραφοῦμε πρὸς Δυσμὰς ὥστε νὰ κατανοήσουμε τὸ τί κρύβεται ἀπὸ πίσω. Κατ᾽ἀρχὰς γιὰ τοὺς οἰκουμενιστὲς γνωρίζουμε ὅτι ὅταν ἀναφέρονται στὴν Μία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησίαεἶναι ἡ λεγομένη, κατ᾽αὐτοὺς ἀδιαίρετος Ἐκκλησία”, (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νῦν -δῆθεν- διηρημένη), ἀπηχοῦσα τὴν διευρημένη καὶ ὄχι τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία. Άνατρέχοντας λοιπὸν σὲ κείμενο[42] ποὺ ἤδη παραθέσαμε[43], στὸ ὁποῖο βρίσκουμε τὴν θέση ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, (δηλαδή, ἡ δῆθεν Μία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία), εἶναι παροῦσα στὶς διάφορες ἐπιμέρους τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἐπὶ πλέον φανερώνεται σ᾽ αὐτές, γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν (ὁρατές) ἐκφράσεις της[44]. Εἶναι νομίζουμε, χαρακτηριστικὴ ἡ ὁμοιότητα τῶν διατυπώσεων (καὶ τῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνὸς κειμένου ἀπὸ τὸ ἄλλο)...

 

 

 

στ´. Περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων

 

Πρὶν ὁλοκληρώσουμε τὸ περίγραμμα τῶν κακοδόξων θέσεων ὅπως παρουσιάζονται στὰ κείμενα τῆς Ἐγκυκλίου, Μηνύματος καὶ Ἀποστολῆς καὶ ἐν σχέσει μὲ τὰ ἤδη ἀναφερθέντα, ὀφείλουμε νὰ κάνουμε καὶ ἕνα σχόλιο στὴν ἑνότητα τῆς Ἐγκυκλίου περὶ Συνόδων (Ἐγκύκλιος 3) ὅπου ἀναφέρονται οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς σύνοδοι διακριτὰ ἀπὸ τὶς θεωρούμενες ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ὡς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικές (ὀνομάζονται Μεγάλες ἀλλὰ ὄχι Οἰκουμενικές)[45]. Τὸ μήνυμα εἶναι ξεκάθαρο: διακρίνονται οἱ σύνοδοι ὡς ἔχουσες οἰκουμενικὸ ἢ μὴ κῦρος. Τὸ κῦρος ποὺ ἀποδίδεται στὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879 καὶ στὶς ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ Συνόδους τῶν ἐτῶν 1341, 1351 (στὴ σύνοδο 1368 δὲν συμμετεῖχε ὁ ἅγ. Γρηγόριος, ὅπως κακῶς ἀναφέρεται στὴν Ἐγκύκλιο, τὴ συνεκάλεσε ὁ Πατριάρχης καὶ συναγωνιστὴς τοῦ ἁγίου, ὁμοίως ἅγιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος Κόκκινος κατὰ τῶν λατινοφρόνων ἀντι-ἡσυχαστῶν ἀδελφῶν Κυδώνη) εἶναι “καθολικό” ἀλλὰ ὄχι οἰκουμενικό. Τί ἐννοοῦν οἱ “πατέρες” συντάκτες τοῦ κειμένου; Μᾶς τὸ ξεκαθάρισαν οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας (ὅπως καὶ πλειὰς ἄλλων): Ἡ ΑκΜΣ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς Οἰκουμενικὴ διότι ἀπουσιάζει ἡ δυτική “ἐκκλησία”, ἡ σύνοδος εἶναι πανορθόδοξη καὶ τέτοιο εἶναι καὶ τὸ κῦρος της. Συνέπεια τούτων, εἶναι μὲ τὴν ἔννοια “καθολικό” νὰ χαρακτηρίζεται τό “πανορθόδοξο” καὶ ὄχι τό οἰκουμενικό. Ἡ κακοδοξία εἶναι προφανής, ἄλλωστε, ἡ ἐπιδιωκώμενη ἕνωση τῶν “ἐκκλησιῶν” ἔχει συνομολογηθεῖ ὅτι θὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀμοιβαία ἀναγνώριση-ἀποδοχὴ τῆς “ἰδιαιτερότητος” ἑκάστου παραδόσεως[46]· μὲ ἁπλὰ λόγια, οἱ παπικοὶ θὰ διακρατοῦν τὴ δική τους, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ “ὀρθόδοξοι” τὴ δική τους... Ἀπὸ τὴ στιγμὴ λοιπὸν ποὺ  δὲν χαρακτηρίζονται οἱ Η´ καὶ Θ´ ὡς Οἰκουμενικὲς ἀλλ᾽ ὡς ἔχουσες “πανορθόδοξο” κῦρος, ἕπεται ὅτι ἡ ἀναφορὰ σ᾽αὐτές, συνιστᾶ ἕνα ἀκόμη οἰκουμενιστικὸ τέχνασμα ἐξαπάτησης τῶν ἁπλουστέρων, μὲ σκόπιμη δημιουργία συγχύσεως. Νὰ προστεθεῖ ἐδῶ κάτι ποὺ καθιστᾶ τὴν μὴ ἀναγνώριση τῆς Συνόδου τοῦ 879 ὡς Η´ Οἰκουμενικῆς, προβληματική. Ἀναφερόμαστε στὴν ἀνάγκη ποὺ ἔνοιωσαν οἱ συνοδικοὶ Πατέρες τῆς Η´ , ἐπισήμου ἀνακηρύξεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς ὡς τέτοιας[47], καθὼς εἰσέτι ὑπῆρχαν ὁμάδες είκονομάχων οἱ ὁποίοι, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ὑποστήριζαν τὴν μὴ ἐπικυρωμένη οἰκουμενικότητα τῆς Συνόδου. Ἑπομένως ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς Η´ ὡς Οἰκουμενικής ἐπηρεάζει τρόπον τινὰ καὶ τὴν Ζ´…[48]

            Ἐνδιαφέρον εἶναι ἐπίσης τὸ γεγονὸς τῆς παντελοῦς ἀπουσίας ἀναφορᾶς στὴν λεγομένη Α´-Β´ Σύνοδο τοῦ 861 ἐπὶ Μ. Φωτίου, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος καθολικὰ ἀναγνωρίζεται -ἕως τῆς σήμερον τουλάχιστον- ὑπὸ ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ὡς Οἰκουμενικό. Προφανῶς κάποιοι ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς ἁγίας αὐτῆς Συνόδου σήμερα δὲν εἶναι διόλου ἀρεστοί...[49]

            Ἕνα τρίτο ἐπίπεδο, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τῆς “Μεγάλης Συνόδου” ποὺ ἀναγνωρίζεται στὸ κείμενο, εἶναι αὐτὸ τῆς “ Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου” καὶ ἀπαριθμοῦνται οἱ σύνοδοι τοῦ 1484 (καταδίκη ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας) καὶ ὅλες οἱ μεγάλες σύνοδοι τῆς Τουρκοκρατίας: 1683, 1642, 1672, 1691, 1872. Δύο εἶναι τὰ πράγματα ποὺ ἐντυπωσιάζουν καὶ ἐν ταυτῷ ἀποκαλύπτουν τοὺς δόλιους σκοποὺς καθὼς καὶ τὴ διγλωσσία τῶν διοργανωτῶν τῆς συνάξεως τῆς Κρήτης. Πρῶτον, ἐνῶ χαρακτηρίζονται ὡς Ἁγίες καὶ Μεγάλες οἱ παραπάνω σύνοδοι, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὡς κύριος διοργανωτὴς τῆς συνόδου, διαρκῶς καὶ διὰ τῶν πλέον ἐπισήμων ἐκπροσώπων του τόνιζε τὴ σημασία τῆς ΑκΜΣ καθότι, ὅπως ἔλεγαν, ἡ Ὀρθοδοξία συνέρχεται ἐν συνόδῳ γενικὴ μετὰ ἀπὸ περισσότερο ἀπὸ 1200 χρόνια! Τί νὰ κατανοήσει κανείς; Μήπως ὅτι ἡ ΑκΜΣ εἶχε ὄντως σχεδιασθεῖ ὡς “Οἰκουμενική” ἢ ὅτι καὶ οἱ λοιπὲς ΑκΜΣ τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι ὁμοίως Οἰκουμενικές; Δίχως ἀμφιβολία, ἡ ἀσυνέπεια τῶν λόγων τῶν ἰδίων τῶν οἰκουμενιστῶν σαφηνίζει τὸ σκόπιμο τῆς συγχύσεως ποὺ θέλουν νὰ ἐπιφέρουν καὶ τὸ δόλο ποὺ ὑποκρύπτεται ὄπισθεν τέτοιων ἀντιφατικῶν δηλώσεων. Δεύτερον, ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω ΑκΜΣ τῆς Τουρκοκρατίας, παραδόξως ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὸ κατάλογο, οἱ ἐπίσης Μεγάλες ἀντιπαπικὲς Σύνοδοι τοῦ 18ου αἰῶνα τοῦ 1722 καὶ 1727. Οἱ μεγάλες αὐτοὶ Σύνοδοι διὰ τῶν ἀποφάσεών τους, ἔχοντας τὶς ὑπογραφὲς ὅλων ἢ σχεδὸν ὅλων τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν περὶ αὐτῶν Ἱερῶν Συνόδων, ἀντιστάθηκαν καὶ ἐνίσχυσαcν τὸν χειμαζόμενο λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι στὴ μανία τῶν παπικῶν. Ἦταν δὲ καὶ οἱ ἱστορικὲς ἐγκύκλιοι τοῦ 1838 καὶ 1848, ὁμοίως ὑπογεγραμμένες ὑπὸ πάντων τῶν τότε Πατριαρχῶν, ποὺ ἐπίσης ἐνίσχυσαν τὸν ὀρθόδοξο λαό. Ἰδιαίτερα στὸ κείμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1848 οἱ Πατριάρχες διετύπωσαν τὸ γνωστὸ καὶ διαχρονικὰ ἰσχῦον ἀξίωμα: “παρ᾽ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὑτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὑτοῦ[50]

 

 

ζ´. Ἐκκλησία καὶ Κόσμος.

 

            Στὰ κείμενα ποὺ ἐξετάζουμε σημαντικὴ θέση ἒχουν οἱ άναφορὲς στὰ ποικίλα κοινωνικοῦ χαρακτήρα προβλήματα ποὺ καλεῖται ἡ Ἐκκλησία νὰ δώσει ποιμαντικὴ μαρτυρία τῆς ζωῆς της, νὰ διακονήσει δηλαδὴ ἀποστολικὰ τὸν καινὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀναγεννημένου, ἐν Χριστῷ, ἀνθρώπου. Δυστυχῶς, συνεχίζοντας οἱ συγγραφεῖς τῶν κειμένων τὴν ἐκφορὰ καὶ παρουσίαση τῶν θεμάτων κατὰ τὸν τρόπο τῶν παπικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως ἔχοντας κατὰ νοῦ, τὸ συνοδικὸ Διάταγμα τῆς Β´ Βατικανῆς, Gaudium et Spes[51] (1965), ἀποτυγχάνουν νὰ δώσουν στὸν ἀποχριστιανισμένο σημερινὸ κόσμο τὴ σώζουσα ἀπάντηση στὰ προβλήματά του. Ἡ λεπτομερὴς ἀντιπαραβολὴ τῶν δύο κειμένων, τοῦ παπικοῦ καὶ τοῦ “ὀρθοδόξου”, ἂν καὶ ἐκφεύγει τοῦ παρόντος, ἀποδεικνύει τὴν γεννητικὴ σχέση τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο[52]. Περιοριζόμαστε νὰ παρουσιάσουμε, ἐν συντομίᾳ, ἕνα κατάλογο μὲ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ἀστοχεῖ ἡ λεγομένη ΑκΜΣ, νὰ δώσει πειστική (καὶ ὀρθόδοξο) ἀπάντησιν.

 

α)        Ψελλίζει, ἡ ΑκΜΣ, ἀναιμικὰ αἰτήματα ἀποδεχόμενη οὐσιαστικὰ τὴν παροῦσα κατάσταση μὴ στηλιτεύοντας τοὺς κρυφούς “μοχλούς”, ἰδεολογικοὺς καὶ θεσμικοὺς τῆς νέας οὐσιαστικά, φάσης τοῦ Διαφωτισμοῦ.

β)        Ἀποδέχεται κεντρικὰ ἰδεολογήματα τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ του ὀργάνου, δηλαδὴ τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, ὅπως “ἀνθρώπινα δικαιώματα”, “πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ”, “ἐπιστημονικὴ πρόοδος” κ.λ.π, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς αὐταξίες καὶ θεμέλια τοῦ νεωτέρου Δυτικοῦ Πολιτισμοῦ. Ἐξαλείφονται μ᾽ αύτὸν τὸν τρόπο οἱ ἐπισημάνσεις καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλης τῆς παραδοσιακῆς Ὀρθοδοξίας, (στὴν ὁποία ἀνήκουν ΟΛΟΙ οἱ κολλυβάδες ἁγιορείτες ἅγιοι), τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος κατὰ τοῦ ἀθέου Διαφωτισμοῦ, ὅπως π.χ. τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, μέσω τῆς ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους[53].

γ)        Ἀποδέχεται κατ᾽οὐσίαν τὴν παγκοσμιοποίηση κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνάγκη οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, “νὰ οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικὴν συναλληλίαν μὲ τὸ κοσμικὸν  κράτος δικαίου εἰς τὸ νέον πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων” (Ἐγκύκλιος 16), ἐντὸς τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ οἰκοδομήσει τὶς νέες αὐτὲς σχέσεις.

δ)        Ἀντιφάσκει κάνοντας λόγο γιὰ προστασία τοῦ ἀνθρωπίνου δικαιώματος τοῦ θρησκεύειν (Ἐγκύκλιος 16), τὸ ὁποῖο στὸ νεωτερικὸ Κράτος συνιστᾶ στοιχεῖο τῆς Ἰδιωτικῆς σφαίρας τῶν κοινωνικῶν δραστηριοτήτων, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπιμένει στὴν ἀνάγκη δημόσιας διδασκαλίας τῆς θρησκείας, (προφανῶς στὴ παιδεία), κάτι ποὺ άνήκει στὴν Δημόσια σφαίρα.

            ε)        Καταδικάζει τὸ φονταμενταλισμό, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς βίας, (κυρίως τοῦ ριζοσπαστικοῦ Ἰσλάμ), ἐπεκτείνοντάς τον σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, ὑπονοῶντας καὶ τὸν Χριστιανισμό. Συλλήβδην συνδέει τὸν φονταμενταλισμὸ μὲ τή “νοσηρὴ θρησκευτικότητα” (Μήνυμα 4) καὶ ἐκφράζει τὸ φόβο μήπως καὶ αὐτὸς ἀποδοθεῖ στὴν οὐσία τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου (Ἐγκύκλιος 17). Ἀποσιωπᾶται ὅτι οἱ κοσμικοῦ χαρακτήρα θεσμικότητες ποὺ καταφέρονται ἐναντίον του, συγχέουν σκόπιμα τὴν ἐμμονὴ στὴν Παράδοση, (ποὺ εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀντινεωτερική), μὲ τὴ “μὴ ἀνεκτικότητα” καὶ τὸν “κοινωνικὸ ἀποκλεισμό” δηλαδὴ τὸν κοινωνικὸ ρατσισμὸ τοῦ βιαίου φονταμενταλισμοῦ. Καταφάσκοντας στὴν ἀνωτέρω στρεβλὴ παρουσίαση, υἱοθετεῖ ὡς λύση τό “νηφάλιο” (Μήνυμα 4) καί “εἰλικρινή” (Ἐγκύκλιος 17) διαθρησκειακὸ διάλογο, πρός “ἀνάπτυξιν ἐμπιστοσύνης, εἰς τὴν προώθησιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς καταλλαγῆς”. (ὅ.π.) Ἡ ἀποδοχὴ τῆς τελευταίας φράσης ἀποτελεῖ ὁμολογία τῆς σύμπλευσης τῶν οἰκουμενιστῶν μὲ τὰ πλέον ἐπιθετικὰ στοιχεῖα τῆς νεοταξικῆς ἀτζέντας, τῆς ὁποίας ἐκφράσεις εἶναι τὰ περί “ἐμπιστοσύνης” καί “καταλλαγῆς· ἡ “ἀνεκτικότητα” (ἄλλη μορφὴ τοῦ ὅρου “καταλλαγή”), συνιστᾶ σήμερα μία ἐκ τῶν προμετωπίδων τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ποὺ ἐπιχειρεῖ τὴν καθολικὴ ὁμογενοποίηση πολιτισμῶν, κοινωνιῶν καὶ παραδόσεων· ἡ σημασία της ἔγκειται στὴ ἀφαίρεση τῶν μὴ συμβατῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἐχθρικῶν στοιχείων τοῦ πυρῆνα, (καὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν χριστιανισμό), τῆς Παραδόσεως.

Ἀπορία βέβαια προκαλεῖ ἡ ἀνωτέρω θέση, μιᾶς καὶ ἔρχεται σὲ εὐθεία ἀντίθεση πρὸς τὸ διατυπούμενο (Μήνυμα 2) χρέος εὐαγγελισμοῦ ὅσων εἰσέτι δὲν ἔχουν γνωρίσει τὸν Χριστό! Πῶς θὰ γίνει αὐτό; Δὲν θὰ ὑπάρχει προσπάθεια προσηλυτισμοῦ; Τοῦτο δὲν ἀκυρώνει τὴν “ἐμπιστοσύνη” καὶ τήν “καταλλαγή”; Δέν ἀκυρώνει τή “συνεργασία” καὶ τή “συνεννόηση” (Ἀποστολή Α´ 3);

στ)     Ἀναφέρεται στὸ πρόβλημα τῶν πολέμων, γενικότερα τῆς βίας καὶ τῶν καταστροφῶν, τόσο σὲ ὑλικό, ὅσο κυρίως, σὲ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο (Ἐγκύκλιος 18, Μήνυμα 4, Ἀποστολὴ Δ´), μὲ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στοὺς πολέμους λόγω θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. (Ἀποστολὴ Δ´ 3) καὶ ἀπευθύνει “ἔκκλησιν στοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης” (Μήνυμα 4). Φαίνεται νὰ ἀδυνατοῦν οἱ ἰθύνοντες τῆς συνόδου καὶ κυρίως οἱ συντάκτες τῶν κειμένων της νὰ καταλάβουν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο “βοᾶ” ὅλος ὁ κόσμος: ὅτι οἱ πόλεμοι καὶ οἱ καταστροφὲς ὀφείλονται κατ᾽ἀποκλειστικότητα στὶς αὐτοκρατορικοῦ τύπου ἐμμονὲς πρὸς ἐπίτευξιν πλανητικοῦ ἐπιπέδου κυριαρχίας ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ. Αὐτὴ ἂλλωστε εἶναι ἡ χώρα ποὺ κυρίως πρωτοστατεῖ στὴν ἰσοπέδωση χωρῶν καὶ λαῶν, π.χ. Σερβία, Ἰράκ, Λιβύη, Συρία γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε στοὺς πολέμους τῆς ὑπερδύναμης ἀπὸ τὸ 1990 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ βεβαίως ἀναφύεται εἶναι, τὸ κατὰ πόσον μποροῦν νὰ ἐννοήσουν αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ καὶ πασιφανῆ οἱ ἀρχηγέτες τοῦ οἰκουμενισμοῦ, Πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι, ὅταν ἡ ἐκκλησιαστική “διακονία” τους ὑπαγορεύεται ἀπ᾽εὐθείας ἀπὸ αὐτοὺς ἀκριβῶς ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ καταγγέλουν!

Ὡς ἐπίμετρο στὰ ἀνωτέρω ἀκροθιγῶς ἐκτεθέντα, νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα μικρὸ σχόλιο στοὺς πολέμους λόγῳ φανατισμοῦ προερχομένου “ἐκ θρησκευτικῶν ἀρχῶν” (Ἀποστολὴ Δ´ 3)· ἐρωτῶνται οἱ συγγραφεῖς τοῦ κειμένου: πότε ξεκίνησε, ἀπὸ ποιοὺς καὶ πῶς ὁ θρησκευτικὸς ἐξτρεμισμός; Ἂν ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὰ μεγάλα ἱστορικὰ παραδείγματα (δηλαδὴ τὴν ἐπέκταση τοῦ Ἰσλὰμ κατὰ τὸν 7ο καὶ 8ο αἰῶνα καὶ τὶς παπικὲς σταυροφορίες), τὰ πράγματα στὴ σύγχρονη ἐποχὴ σχετίζονται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ὑποστήριξη μίας ἀκραίας ἐκδοχῆς τοῦ σουνιτικοῦ Ἰσλάμ (δηλαδὴ τοῦ οὐαχαμπιτισμοῦ - σαλαφισμοῦ) ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ, ἡ ὁποία ἱστορικὰ παίρνει μορφὴ μὲ τὴν ἵδρυση, χρηματοδότηση καὶ ἐξοπλισμὸ τῆς Ἀλ-Κάϊντα, τὸ 1980 στὸ Ἀφγανιστάν, καὶ ποὺ λειτουργοῦσε ὡς ἀντίβαρο καὶ ἐπιθετικὴ αἰχμὴ στὴ τότε παρουσία τῶν Σοβιετικῶν στὴ χώρα. Τότε ἀνατέλλει καὶ τὸ ἄστρο τοῦ Ὀσάμα-μπιν-λάντεν (ἐκλεκτὸς τότε τῆς CIA, καὶ άποκαλούμενος “μαχητὴς τῆς ἐλευθερίας”). Μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν ΗΠΑ στὸ Ἰράκ, “ξαφνικά” ἐμφανίζεται ἡ Ἀλ-Κάϊντα καὶ ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου στὴ Συρία μεταναστεύει καὶ ἐκεῖ (ἐπονομαζόμενη πλέον μέτωπο Ἀλ-Νούσρα). Διάσπαση ἐκ τῆς Ἀλ-Κάϊντα ἄλλωστε εἶναι καὶ τὸ τόσο γνωστὸ στὶς ἡμέρες μας, τρομοκρατικὸ καὶ δαιμονιῶδες, Ἰσλαμικὸ Κράτος. Ποιὸς τὰ προκάλεσε ὅλα αὐτά, ποιοὶ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὀργανώσεις; Οἱ κυβερνήσεις τῶν πληγεισῶν χωρῶν μᾶς ἔδωσαν τὶς ἀπαντήσεις. Ἀρκετὰ μὲ τὴν ὑποκρισία...

ζ)        Ἀναφέρεται στὴν ἀνισοκατανομὴ τοῦ πλούτου, τὸν καταναλωτισμό, τὶς κοινωνικὲς διακρίσεις, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἀχαλίνωτη κερδοσκοπία κ.λ.π. (Ἀποστολὴ Στ´, Μήνυμα 9, Ἐγκύκλιος 15). Ὅλα τοῦτα, συμβαίνουν στὶς χῶρες ὅπου “ζοῦν ὑπὸ καθεστὼς παγκοσμιοποιημένης οἰκονομίας” μὲ ἀποτέλεσμα τήν “ἰσοπεδωτικὴ καὶ ἀπρόσωπη ὁμογενοποίηση, τὴν ὁποίαν προωθεῖ ἡ παγκοσμιοποίησις”. Ἐνδιαφέρουσες ἀπαντήσεις ἐπ᾽αὐτῶν θὰ μᾶς ἔδινε ἡ Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου, μία ἐκ τῶν ἕξι συμβούλων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ὅπως ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθεῖ εἶναι σημαίνων παράγων τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ, τῆς κατ᾽ἐξοχὴν δηλαδὴ δυνάμεως ὄπισθεν τῆς παγκοσμιοποιήσεως... Οἱ οἰκουμενιστὲς συμμετέχουν ἄλλωστε σὲ ὅλα τὰ διεθνῆ δρώμενα ποὺ ὑλοποιοῦν οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἀμερικανοί (διεθνῆ συνέδρια, ὁμιλίες, ἐπισκέψεις κ.λ.π.), ὅπου ὅλοι μαζὺ μὲ κροκοδείλια δάκρυα διατραγωδοῦν τὰ κακὰ τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ Κύριος οἶδεν πῶς τῆς ἦρθαν!

η)        Τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν ἀναφορὰ ποὺ γίνεται γιὰ τὴν οἰκολογικὴ κρίση (Ἀποστολὴ Στ´ 10, Ἐγκύκλιος 14, Μήνυμα 8). Μὲ αὐτοὺς ποὺ καταστρέφουν τὸν πλανήτη εἶναι ποὺ συναγελάζονται διαρκῶς οἱ οἰκουμενιστές, ἰδίως ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς πολυέξοδες “οἰκολογικές” κρουαζιέρες του, ἔχει αὐτοχρισθεῖ ὡς “πράσινος πατριάρχης”. Ἡ φαινομενικὰ ἀθῶα ἀναφορὰ στὸν οἰκολογικὸ πρόβλημα, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι τοῦ συρμοῦ, κάνει μ᾽αὐτὸ τὸ τρόπο ἀποδεκτὸ καὶ εὔληπτο τὸ μήνυμα τῶν οἰκουμενιστῶν, ἰδιαίτερα στοὺς ἀδαεῖς καὶ ἐκκοσμικευμένους ἀνθρώπους. Τὰ κοινωνικὰ προβλήματα λειτουργοῦν τελικῶς ὡς ἀφορμὲς γιὰ συναντήσεις, συνέδρια καὶ διακηρύξεις, μὲ ἀποκλειστικὸ στόχο τὴν προώθηση τῆς οἰκουμενιστικῆς ἑνότητος διὰ μέσω τῆς “κοινῆς μαρτυρίας” τῶν οἰκουμενιστῶν πρὸς τὸ κόσμο. Ἐπὶ παραδείγματι, οἱ κοινὲς διακηρύξεις τοῦ πάπα Ἰωάννη-Παύλου Β´ καὶ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου τὸ 2002, ὅσο καὶ αὐτὴ τοῦ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ´ καὶ τοῦ Βαρθολομαίου τὸ 2006, πέραν τῆς “κοινῆς ἀγωνίας καὶ μαρτυρίας” τῶν δύο ἡγετῶν γιὰ τὸ περιβάλλον, ἀπηχοῦν τὶς διατυπώσεις ποὺ συναντᾶμε στὰ ὑπ᾽ὄψιν τρία κείμενα ποὺ ἐξετάζουμε. (πρβ. Κοινὴ Διακήρυξις 2006, ἄρθρο 5)

θ)        Οἱ ἀναφορὲς στὰ ποικίλα κοινωνικὰ προβλήματα ὅπως ἀνισότητα πλουσίων-φτωχῶν, πόλεμοι, μετανάστευση (ἄλλο ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο συναντοῦμε στὰ : Ἀποστολὴ Στ´2, Μήνυμα 4, Ἐγκύκλιος 19 καὶ τὸ ὁποῖο ἀναδεικνύεται ἀλλὰ καὶ ποδηγετεῖται ἀπὸ τοὺς νεοταξικοὺς παγκοσμιοποιητές), βιοηθικὰ προβλήματα κ.λ.π διαμορφώνουν μία πλούσια θεματολογία αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζεται “κοινωνικὸ εὐαγγέλιο”, δηλαδὴ ἡ παρέμβαση τῆς Ἐκκλησίας στὰ ἁπτὰ προβλήματα τῆς πολιτικῆς κοινωνίας.

Ὡς ἰδέα τὸ “κοινωνικὸ εὐαγγέλιο” ἀναπτύχθηκε στὸ χῶρο τῆς ἐκκοσμικευμένης προτεσταντικῆς θεολογίας (καὶ ποὺ βρῆκε γόνιμο ἔδαφος στὶς συζητήσεις ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε.) γιὰ νὰ μετεκεντριστεῖ ἀργότερα (τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽50 καὶ ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽60), σὰν ἰδιαίτερη τάση, στὴν παπικὴ θεολογία ὑπὸ τὸ ὄνομα “θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης”. Τὸ συγκεκριμένο θεολογικὸ ρεῦμα ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὴν ἄνοδο τῶν λαϊκῶν κινημάτων στὶς χῶρες τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖες ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὑπέφεραν ἀπὸ σκληρὲς δικτατορίες. Θεολογικὰ συνδύαζαν τὴ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὸ μαρξισμό, θεωρῶντας ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει οἰκονομικὲς ἀναφορὲς καὶ μιλᾶ καὶ γιὰ οἰκονομικὴ ἀπελευθέρωση. Ἡ ἐπακόλουθη σύγκρουση τῆς Βατικάνειας κεντρικῆς ἐξουσίας, (τὸ ὁποῖο στὰ χρόνια πρὶν τὴ Β´ Βατικανὴ ἀνοιχτὰ ὑποστήριζε αὐτὰ τὰ καταπιεστικὰ καθεστῶτα, στὸ πλαίσιο τοῦ ἀγῶνα ἐνάντια στὸν “κομμουνισμό”), καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῆς θεολογίας τῆς ἀπελευθέρωσης, οἱ ὁποῖοι τόνιζαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀνάγκη μεταφορᾶς ἰσχύος ἀπὸ τὸ κέντρο (=Βατικανό) στὴν περιφέρεια καὶ σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο (=“κοινότητες βάσης”), εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα παρ᾽ὅλη τὴν ἀρχικὴ καταδίκη τῶν κύριων ἐκπροσώπων τοῦ νέου αὐτοῦ ρεύματος ἀπὸ τὸ Βατικανό (1984 καὶ 1986), τὴν υἱοθέτηση τῶν αἰτημάτων κοινωνικοῦ χαρακτήρα καθὼς καὶ τὴν καταδίκη (ἰδίως μετὰ τὴ πτώση τῶν δικτατοριῶν στὴ Λατινικὴ Ἀμερικὴ ποὺ συνετελέστηκε στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80), τῶν διαφόρων μορφῶν ἐκμετάλλευσης, κάνοντας ἔτσι τὸ Βατικανὸ συμπαθὲς στὴ διεθνὴ κοινὴ γνώμη. Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Βατικανοῦ, ὅσο καὶ νὰ ξενίζει, δὲν συνιστᾶ μετακίνηση τῶν θέσεών του ἀπὸ τὶς προηγούμενες ποὺ εἶχε (δηλαδὴ τὴν ὑποστήριξη ποὺ παρεῖχε στὰ καταπιεστικὰ καθεστῶτα ὅπου γῆς), ἁπλᾶ συνιστᾶ τὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἀκίνδυνης ρητορικῆς, ἀπογυμνωμένης ἀπὸ τὰ ὅποια ριζοσπαστικά, ἄρα καὶ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα ποὺ ἡ θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης περιεῖχε.

Ἡ ἐνασχόληση τῶν οἰκουμενιστῶν στὴν καθ᾽ἡμᾶς Ἀνατολὴ μὲ τὰ ζητήματα τοῦ λεγομένου “κοινωνικοῦ εὐαγγελίου”, ἀρχικῶς σχετίστηκε μὲ τὶς ζυμώσεις καὶ συζητήσεις ἐντὸς τοῦ Π.Σ.Ε., ἀργότερα ὅμως (μετὰ τὴν Β´ Βατικανὴ), συνδέθηκε μὲ τὶς παπικὲς πρωτοβουλίες, τῶν ὁποίων στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο ἀκροθιγῶς ἀναφερθήκαμε. Μὲ πρῶτο τὸ Φανάρι καὶ ἀκολούθως ὅλες τὶς ἄλλες τοπικὲς Ἐκκλησίες, τὰ ζητήματα φτώχειας, κοινωνικῶν διακρίσεων, οἰκολογικῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κ.λ.π. μπῆκαν στὴν “ἡμερησίαν διάταξιν”, ἀκολουθῶντας τὰ βήματα τοῦ Βατικανοῦ, καὶ παρέχοντας ἔτσι μαζὺ μ᾽αὐτὸ τήν “κοινὴ μαρτυρία τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν” πρὸς τὸν κόσμο.

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε ὅτι οὔτε ἀθῶα, οὔτε ἄνευ οἰκουμενιστικοῦ χαρακτήρα εἶναι οἱ ἀναφορὲς τῶν κειμένων τῆς Κρήτης στὰ προαναφερθέντα κοινωνικὰ προβλήματα. Τοῦτο ἄλλωστε σαφηνίζεται καὶ σὲ ἐπὶ μέρους σημεῖα τοῦ ἓκτου κειμένου[54] τῆς ΑκΜΣ, §§ 17, 23, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτενὴς ἀνάλυσις θ᾽ἀποτελέσει τὸ β´ μέρος τῆς παρούσης μελέτης. Ἰδιαιτέρως τὸ Σχέσεις 23 μᾶς σαφηνίζει ὅτι ὅλοι οἱ “χριστιανοί” (ἐννοεῖται “ὀρθόδοξοι” καὶ αἱρετικοὶ μαζύ), ὀφείλουμε “ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τῶν κοινῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, (νά) προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὰ ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου, μίαν ὁλοπρόθυμον καὶ ἀλληλέγγυον ἀπάντησιν, βασιζομένην εἰς τὸ πρότυπον τοῦ ἐν Χριστῷ καινοῦ ἀνθρώπου.”. Οὐδέποτε ἐν γενικῇ συνόδῳ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀσχολήθηκε μὲ πολιτικῆς-κοινωνικῆς φύσεως θέματα “τοῦ αἰῶνος τούτου”, παρὰ μόνον μὲ ἐσωτερικά της ζητήματα δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ χαρακτήρα. Ἐν κατακλεῖδι συμπεραίνεται ὅτι “τὰ ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου” χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀναγκαῖα κάλυψη ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν, ὥστε νὰ προβάλλουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἑνότητά τους μέσω τῆς “κοινῆς μαρτυρίας” τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ ἑνὸς αἰῶνος συμμετοχῆς στὸν οἰκουμενισμό...

 

 

Β´  Γάμος καὶ Νηστεία

 

Ἡ συνάφεια τῶν δύο κειμένων, αὐτῶν περὶ τοῦ γάμου[55] καὶ τῆς νηστείας[56], ἔγκειται στὸ ὅτι διαλαμβάνουν κανονικοῦ τύπου ζητήματα. Ὁ τρόπος ἀνάπτυξης καὶ στὰ δύο κείμενα εἶναι ἑνιαῖος: ἀρχικὰ ἐπαινοῦνται τὰ ἀγαθὰ τόσο τοῦ γάμου ὅσο καὶ τῆς νηστείας καὶ κατόπιν ἀποδομοῦνται! Τοῦτο μᾶς θυμίζει τὴν παρατήρηση ποὺ ἔχει κάνει ὁ ἅγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ τὸ τρόπο ποὺ μεταχειρίστηκαν οἱ συγγραφεῖς τοῦ ὅρου τῆς εἰκονομαχικῆς ψευδοσυνόδου τοῦ 815, ὥστε νὰ ἀπατήσουν τοὺς ἁπλουστέρους: ἐν τούτῳ γοῦν τῷ δοκοῦντι ὅρῳ εὐθὺς μὲν καὶ ἐκ προ οιμίων τὴν ἀσέβειαν οὐ παρρησιάζονται͵ κατασχηματίζονται δὲ τὴν εὐσέβειαν καὶ καταχρωννύουσί πως τοὺς ἑαυτῶν λόγους͵ ἐπειδὴ τοῦτο φίλον καὶ σύνηθες τοῖς αἱρετίζουσιν. οὕτω γὰρ καὶ παρὰ Ἀρειανοῖς καὶ Εὐνομιανοῖς καὶ ἄλλοις αἱρεσιώταις γινόμενον ἔγνωμεν· οὓς μιμούμενοι͵ ὥσπερ δὴ κοινωνοῦντες τῇ ἐκείνων κακοδοξίᾳ͵ καὶ αὐτοὶ ἐπ ἀλλοτρίοις καλοῖς ἐγκαλλωπίζονται. τὸ γὰρ φυσικὸν τῆς ἀληθείας κάλλος οὐκ ἔχοντες͵ ὀθνείαις τισὶ καὶ ξέναις σοφιζόμενοι χρῶνται μορφαῖς͵ τὸ αἶσχος τῆς οἰκείας ἀμορφίας ἐκ τῶν ἔξωθεν ἀποκρύπτειν ἐκμηχανώμενοι͵ τῷ χαλκῷ τὸ δέλεαρ περιάπτοντες ἢ τῷ δηλητηρίῳ τὸ μέλι περιχρίοντες͵ ἵνα ἡνίκα μέλλουσι τὰ τῆς οἰκείας πικρίας ἀπερεύγεσθαι δυσώδη καὶ βδελυρὰ ῥήματα͵ τοὺς ἁπλουστέρους δι΄ αὐτῶν ἐξαπατήσωσι καὶ πρὸς τὴν ἀσέβειαν τὴν ἴσην ἐπαγάγωνται. μετὰ γὰρ δὴ ταῦτα͵ ὥσπερ οἱ ἐκ κραιπάλης ἀνενεγκόντες͵ εἰς ἑαυτοὺς ἐπανέρχονται καὶ ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον ἐπιστρέφουσι· καὶ τὸ προσωπεῖον ἀποδυσάμενοι͵ τὰ τῆς γνώμης παραγυμνοῦσι κυήματα.”[57]. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς χρήσης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας (Γάμος II,5 - Νηστεία 8) καταργοῦνται οὐσιαστικὲς διατάξεις τοῦ κανονικοῦ δικαίου, φθείρεται ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας[58], καταστρέφεται τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὅπου εἶναι ἡ ἄσκηση, νοούμενη ὡς παμπεριεκτικὴ ἐγκράτεια[59].

 

 

α´. Γάμος

 

Πιὸ συγκεκριμένα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μικτῶν γάμων, ἐνῶ στὸ I,5 ὁρίζεται ἡ κατὰ τοὺς κανόνες ἀκρίβεια (βάσει τοῦ οβ´ κανόνος τῆς Πενθέκτης), στὸ II,5 καὶ χάριν “οἰκονομίας” παρέχεται ἡ δυνατότητα σὲ ἑκάστη τοπικὴ Ἐκκλησία νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα αὐτοβούλως. Κατ᾽ἀρχὰς ὀφείλει νὰ γίνει γνωστὸ τί διαλαμβάνει ὁ οβ´ τῆς Πενθέκτης· λέει λοιπὸν ὅτι ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀφορισμοῦ ὁ γάμος ὀρθοδόξου καὶ αἱρετικοῦ[60], καὶ ἐὰν τυχὸν κάποιοι προχώρησαν τελικὰ σὲ τέτοιο γάμο, νὰ θεωρεῖται ἄκυρος καὶ ἀκολούθως νὰ διαλύεται τὸ “ἄθεσμον συνοικέσιον”. Στὴν ἑρμηνεία τοῦ κανόνος ὁ ὅσιος Νικόδημος (Πηδάλιον σελ. 283) τονίζει ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἑνώνεται “ὁ λύκος μὲ τὸ πρόβατον, καὶ ὁ κλῆρος τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ αἱρετικῶν μὲ τὴν μερίδα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ὀρθοδόξων.”. Στὴν ἴδια σελίδα, στὴ σχετικὴ ὑποσημείωση τοῦ ὁσίου ἀναφέρεται ὅτι ὀφείλουν οἱ ἐπίσκοποι τῶν νησιῶν ὅπου ὑπάρχουν καὶ λατίνοι, “κατ᾽οὐδένα τρόπον ἂς μὴ συγχωροῦν νὰ παίρνει Λατῖνος ὀρθόδοξον γυναῖκα, ἢ Λατινὶς γυνὴ ὀρθόδοξον ἄνδρα. Ποία γὰρ κοινωνία ἠμπορεῖ νὰ γένῃ τοῦ ὀρθοδόξου μέρους μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ;”. Αὐτὰ ἀναφέρονται σχετικὰ μὲ τὸν κανόνα, στὸ συνοδικὸ ὅμως κείμενο ὅλα αὐτὰ οὐσιαστικὰ ἀκυρώνονται ἄνευ οὐδεμίας δικαιολογίας[61], ἐπὶ τῇ προφάσει μιᾶς ἀσαφοῦς καὶ ἄνευ κανονολογικῆς θεμελίωσης καὶ ἑρμηνείας, “οἰκονομίας”.

Τὸ χειρότερο δὲ εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ σύνοδος ἐπιτρέπει τὴ δημιουργία χάους, ἀφοῦ ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία θὰ ἐπιλέγει, ἄνευ οὐδεμίας πανορθοδόξου ὁμοφωνίας, τὸ τί θὰ πράττει. Ὁ σκοπὸς τῆς συγκεκριμένης διάταξης εἶναι σαφὴς καὶ περιγράφεται σὲ πάμπολες οἰκουμενιστικὲς διακηρύξεις ἀποδεχομένων τοῦ γεγονότος τῶν μικτῶν γάμων, ἐπὶ σκοπῷ τῆς ὑπερβάσεως τῶν ἱστορικῶν διαχωρισμῶν καὶ τῆς ἀπωλεσθείσας ἑνότητος τῆς ἀρχικῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας”, καὶ συνιστᾶ κοινὴ οίκουμενιστικὴ ἀντιμετώπιση. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε, ὅτι στὸ κείμενο τῆς κατήχησης τῆς παπικῆς έκκλησίας[62], στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου περὶ τοῦ γάμου στὸ ἄρθρο 1636, ἀναφέρεται ὅτι “διαμέσῳ τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου οἱ χριστιανικὲς κοινότητες, σὲ πολλὲς περιοχὲς μπόρεσαν νὰ θέσουν σὲ ἰσχὺ μία κοινὴ ποιμαντικὴ πρακτικὴ γιὰ τοὺς μικτοὺς γάμους[63] (ἔμφαση στὸ πρωτότυπο). Στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει παραπομπὴ στὸ § 821 τὸ ὁποῖο μιλᾶ γιὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους οἱ παπικοὶ δύνανται νὰ ἐργασθοῦν γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς “διηρημένης ἐκκλησίας”. Εἶναι σαφὲς ὅτι συνδέεται τὸ θέμα τῶν μικτῶν γάμων, μὲ τοὺς νέους οἰκουμενιστικούς τρόπους ἀναζητήσεως τῆς -δῆθεν- χαμένης ἑνότητος. Στὸ § 818 ἀναφέρεται καὶ τὸ θεολογικὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων ὡς μυστηρίου τῆς “ἐκκλησίας”: εἶναι τὸ Βάπτισμα ποὺ ἔχουν δεχθεῖ, ἕκαστος στὴν ἐκκλησία του. Μὲ ἄλλα λόγια ὡς βάση εἶναι ἡ βαπτισματικὴ θεολογία τὴν ὁποία υἱοθέτησε ὡς ἐπίσημη διδασκαλία της ἡ Β´ Βατικανή σύνοδος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μὲ τὴ σειρά της, θεμέλιο τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας, ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν νέα ἐκκλησιολογία τοῦ παπισμοῦ[64]. Πράγματι ὡς παραπομπὴ τὸ § 818[65] χρησιμοποιεῖ τὸ Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ τῆς Β´ Βατικανῆς, Unitatis Redintegratio 3/a.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ, ἀξίζει τὸν κόπο νὰ γίνει ἄλλη μία ἐπισήμανση σχετικὰ μὲ τίς “πηγὲς” τῶν συγγραφέων τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ. Ἡ ἀναφορὰ θὰ γίνει καὶ πάλι σὲ ἕνα σημεῖο τὸ ὁποῖο τελικὰ ἀπελείφθη στὸ τελικὸ κείμενο, πιθανῶς γιὰ νὰ μὴν δίνεται στόχος… Στὸ πρὸς ἔγκρισιν κείμενο τοῦ Γάμου, ὑπῆρχε λοιπὸν τὸ ἑξῆς σημεῖο: “ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατὰ κανονικὴν ἀκρίβειαν (κανὼν 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου) δυνάμενος ὅμως κατὰ συγκατάβασιν καὶ διὰ φιλανθρωπίαν, ὑπὸ τὸν ρητόν ὅρον ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ” (5,i). Εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθεῖ ὅτι τὸ τελικῶς ἐπικυρωθὲν κείμενο, ὄντως, εἶναι καλύτερο ἀπ᾽ αὐτὸ τοῦ Σαμπεζύ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς ὅτι ΟΛΕΣ οἱ Ἐκκλησίες, (πλὴν Ἀντιοχείας καὶ Γεωργίας), τὸ εἶχαν ὑπογράψει. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλᾶ ὅτι ταμιεύεται στό (ἅμεσο) μέλλον ἡ ἐπαναφορά του. Θὰ στρέψουμε ὅμως τώρα τὴν προσοχή μας στὴ φράση ποὺ κλείνει τὸ ἀπολειφθὲν τμῆμα, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ”.  Ὅπως καὶ τόσα ἄλλα σημεῖα, καὶ ἐδῶ, ἡ πηγὴ εἶναι παπική. Συγκεκριμένα, στὴν κατήχηση τῆς παπικῆς ἐκκλησίαςστὸ § 1635 βρίσκουμε τὴν ἀκριβῶς ἴδια διατύπωση[66]. Ἐνδεικτικὸ καὶ αὐτὸ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προσανατολισμοῦ τοῦ συνόλου τῶν νέων θέσεων.

Τὰ ἀνωτέρω διατυπώνονται καὶ σὲ δύο ὀρθόδοξα κείμενα σχετικὰ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν μικτῶν γάμων, στὸ μνημειῶδες ἔργο (999 σελίδων!) “Orthodox Handbook on Ecumenism [67]. Στὰ δύο αὐτὰ κείμενα, ποὺ ὅμως συναποτελοῦν κατ᾽οὐσίαν τὰ δύο μέρη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου[68], περιγράφεται τὸ πρόβλημα τῶν μικτῶν γάμων τόσο στόν (μεσο)ἀνατολικὸ χῶρο, ὅσο καὶ στὸν δυτικό. Ὅπως ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀναγνωρίζεται (Nasif σελ. 794), ὑπάρχουν “συγκεκριμένοι χριστιανοὶ οἰκουμενιστές” (ποὺ δὲν τοὺς κατονομάζει), οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τήν “ἐμπειρία τῶν μικτῶν γάμων ὡς θρησκευτικὸ ἐμπλουτισμό”, ὅπως ἐπίσης τονίζεται ὅτι οἱ μικτοὶ γάμοι ὀνομάζονται ἐπίσης καί “οἰκουμενικοί”, “διαχριστιανικοί” ἢ “διεκκλησιαστικοί” (Metso σελ. 801). Τὸ ποσοστὸ τῶν “γάμων” τέτοιου τύπου ἀνάμεσα στὶς τάξεις τῶν “ὀρθοδόξων” στὶς ΗΠΑ ὑπολογίζεται γύρω στὸ 70 μὲ 80%! (ὅ.π.) Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστὴ συγγραφέα εἶναι: πῶς πρέπει ν᾽ἀναγνώσουμε στὸ σημερινὸ οἰκουμενικὸ πλαίσιο τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, καὶ κατὰ πόσο οἱ σημερινοὶ παπικοὶ καὶ προτεστάντες δύνανται νὰ ταυτιστοῦν μὲ τὶς ἀναφορὲς τοῦ 7ου αἰῶνα[69] γιὰ τοὺς τότε αἱρετικούς. Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει εἶναι: “δὲν μπορεῖ ἐπ᾽ οὐδενὶ νὰ ταυτιστοῦν” (σελ. 802). Συνεχίζοντας ἀναφέρεται στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῶν κανόνων, τὸ ὁποῖο σήμερα δὲν δύναται νὰ ἰσχύει, καθότι οἱ “ἑτερόδοξες ἐκκλησίες” δὲν προέκυψαν ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἐκεῖνες αἱρέσεις καὶ γι᾽αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κατονομάζονται ὡς αἱρέσεις! (σελ. 803) Εἶναι ὡσὰν ἡ ἐποχὴ τῶν αἱρέσεων νὰ εἶναι κάτι ποὺ ὁριστικὰ ἀνήκει στὸ παρελθόν, πολὺ μακρυὰ ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθει...

Παντοῦ συναντᾶμε ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς τὴν ἀνωτέρω “ἐπιχειρηματολογία” ἡ ὁποία δῆθεν κατοχυρώνει τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἑτεροδόξων, δίχως ὅμως νὰ ξεκαθαρίζουν βάσει ποίων κριτηρίων ἡ ἑτεροδοξία τοῦ παρελθόντος ἦταν αἵρεση, ἐνῶ αὐτὴ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι. Τελικῶς, ἐφ᾽ὅσον δὲν προέρχονται ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις οἱ “μὴ Ὀρθόδοξες Χριστιανικὲς ὁμολογίες”, (ἀκέραιη υἱοθέτηση τῶν χαρακτηρισμῶν ἐκκλησιαστικότητος ποὺ ἀπέδωσε ὁ παπισμὸς κατὰ τὴ Β´ Βατικανὴ σύνοδο, στοὺς ἐκτὸς αὐτοῦ), καὶ γι᾽αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρίζονται ἔτσι”, αὐτὸ ποὺ τελικὰ συνιστᾶ τὸν μικτὸ γάμο ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ πίστις καὶ τὸ Βάπτισμα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος (σελ. 803)! Πλήρης ἀποδοχὴ δηλαδὴ τῆς Βαπτισματικῆς Θεολογίας μὲ ταυτόχρονη ἐμπέδωσή της στὴ καθημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Τὰ παραδείγματα ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ οἱ ἐπισημάνσεις  ποὺ γίνονται γύρω ἀπὸ τοὺς μικτοὺς γάμους στὸ ὑπ᾽ὄψιν κείμενο μᾶς σαφηνίζουν καὶ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο προκρίθηκε στὸ τελικὸ κείμενο τῆς Κρήτης, νὰ ἀφεθεῖ ἡ ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση στὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες ἀντί, ὡς ὤφειλε, νὰ ὑπάρχει μία συνολικὴ θέση ὑποχρεωτικὴ πρὸς πάντας καὶ στὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων: ἔπρεπε νὰ ἀναγκασθοῦν οἱ Ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ δὲν ἔχει ἁλώσει εἰσέτι τὰ πάντα, ν᾽ἀποδεχθοῦν τὶς ἀποφάσεις ἄλλων πιὸ “προοδευτικῶν” τοπικῶν “ἐκκλησιῶν” οἱ ὁποῖες ἔχοντας ὂντως ἰσοπεδώσει τὰ πάντα, ἐπιβάλλουν ὡς “νόμιμη” καὶ “διακριτική” καὶ τὸ κυριώτερο, ὡς “ὀρθόδοξη” τὴν πρακτική τους. Τὰ παραδείγματα ὅλα ἔρχονται ἀπό (ποῦ ἀλλοῦ;) τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν ἐκεῖ ἑλληνικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ καθὼς καὶ τὴν Μητροπολιτικὴ Σύνοδο τῶν Ρώσων (Πατριαρχείου Μόσχας)· ἀφ᾽ἑνὸς ἱερολογοῦνται κανονικῶς (ἤδη) ὅλοι οἱ μικτοὶ γάμοι, ἀφ᾽ἑτέρου μέσω μιᾶς κάποιας “ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας” ἀναγνωρίζονται οἱ μικτοὶ γάμοι “ὀρθοδόξου” καὶ μή, ποὺ ἔχουν γίνει σὲ μὴ Ὀρθόδοξες “ἐκκλησίες”! Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴν πλήρη ἐμπέδωση τοῦ οἰκουμενισμοῦ στὸ τοπικὸ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο, “κατὰ τὰς ὑποδείξεις”...

 

 

β´. Νηστεία

 

Τὰ ὅσα ἤδη ἀναφέρθησαν ὡς πρὸς τὸ κείμενο τοῦ γάμου ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν περίπτωση αὐτοῦ τῆς νηστείας. Ἕως καὶ τὸ ἄρθρο 8 ἐπαινεῖται ὁ θεσμὸς τῆς νηστείας, καὶ παρουσιάζονται οἱ ἀγαθοὶ καρποί της, μάλιστα κάνοντας χρήση πατερικῶν πηγῶν ὅπως τοῦ Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κ.ἄ. Καὶ ἐνῶ ὅτι ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ τὸ ζήτημα τῆς νηστείας εἶχε ἤδη εἰπωθεῖ στὰ ἑπτὰ πρῶτα ἄρθρα -ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς- θ᾽ἀνέμενε, ὁ ἔχων λογικὴν ἀναγνώστης, ὡς συμπέρασμα ἐκ τῆς “συνόδου” τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἰσχύος τῆς νηστείας κατὰ τὰ παραδεδομένα· παρὰ ταῦτα ὅμως, ὅλως ἀντιθέτως στὸ ἄρθρο 8 ἀνατρέπονται ἄρδην τὰ ἕως ἐκείνου γραφέντα!

Συγκεκριμένα, ἀπὸ τὴν ἁπλὴ παρατήρηση ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς μὴ τηρήσεως τῶν νηστειῶν, ὑπὸ τῶν συγχρόνων χλιαρῶν “χριστιανῶν”, ὁδηγούμαστε κατά “ποιμαντικὴ μέριμνα” στὴν ἀποδοχὴ τῆς περιφρονήσεως τῶν κεκανονισμένων νηστειῶν, (περὶ αὐτῶν ὁ λόγος, ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε γενικῶς περί “νηστείας”) καὶ στὴν παγίωση αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς “οἰκονομίας[70]”.

Ἐνῶ ἀρχικὰ στὸ ἄρθρο 8 γίνεται λόγος γιά “χαλάρωση” τῆς νηστείας (παρ᾽ὅτι πρόκειται κυριολεκτικὰ περὶ ἀκυρώσεώς της) ὑπὸ τῶν “πιστῶν”, ἀκολούθως καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες μόλις γραμμὲς τὸ ξεχνᾶ καὶ ἀναφέρει ἄλλους λόγους: ἀσθενείας, στρατεύσεως, συνθηκῶν ἐργασίας, κλίματος(!) καθὼς καὶ δυσκολίας ἀνευρέσεως νηστησίμων τροφῶν(!!). Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ στοιχειώδης ἐσωτερικὴ ἑνότητα στὸ κείμενο... Ἀντὶ λοιπὸν ἡ “ποιμαίνουσα” Ἐκκλησία νὰ πιέσει πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ὅσων ἐκ τῶν ἀνωτέρω μποροῦν νὰ διευθετηθοῦν, (π.χ. στρατιωτικὴ διατροφή, συνεργασία μὲ φορεῖς τοῦ ἐμπορίου κ.λ.π.), ἀντ᾽αὐτοῦ προκρίνεται ὁ εὔκολος δρόμος τῆς κατάργησης τῆς νηστείας καὶ κατ᾽οὐσίαν τῆς ἀσκητικῆς διαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λόγος δὲν εἶναι ἄλλος φυσικὰ ἀπὸ τὴν σύμπλευση πρὸς τοὺς ἐκκοσμικευμένους “χριστιανούς” τῆς Δύσεως “ἀδελφούς” τῶν καθ᾽ἡμᾶς οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταργήσει ὅλες τὶς ἀρχαῖες διατάξεις περὶ νηστείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν παρὰ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ “οἰκουμενισμοῦ τῆς βάσης”, ὁ λόγος πάρξεως τοῦ συγκεκριμένου κειμένου.

 

 

Δύο παρατηρήσεις περί “ποιμαντικῆς μερίμνης” τῆς ΑκΜΣ

 

Θὰ προσθέσουμε δύο τελευταῖες παρατηρήσεις ποὺ ἀποδεικνύουν τὸ σαθρὸ καὶ ἐπίπλαστο τῆς δῆθεν “ποιμαντικῆς μερίμνης” τῶν οἰκουμενιστῶν τῆς Κρήτης:

Κατὰ πρῶτον στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὑπῆρξαν αἰτήματα πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρὸς ἄμβλυνση τῶν διατεταγμένων νηστειῶν τοῦ Τριωδίου καὶ ἐξομοίωση πρὸς τὰ συνήθη τῆς τῶν λατίνων “νηστείας”.

α) Κατὰ τὸ ἔτος 1587, ὑπὸ ὀρθοδόξων παροικούντων στὴ Βενετία οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ πατριαρχικοῦ ἐξάρχου μητροπολίτου Φιλαδελφείας ζητοῦσαν νά (συν)ἑορτάσουν τὸ Πάσχα κατὰ τὸ νέο ἀντιπαραδοσιακὸ καὶ νεωτεριστικὸ πασχάλιο τῶν λατίνων, καθὼς καί “περιαιρεθῆναί τινα τοῦ Τριωδίου[71], δηλαδὴ ζητοῦσαν οὐσιαστικὰ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β´ τοῦ ἐπονομαζομένου, καὶ ὄντως, Τρανοῦ, τὴν ἄδεια νὰ καταλύουν ψάρια(!) καθὼς καὶ οἱ λατίνοι κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἀποστομωτική: “ἡ καθ᾽ἡμᾶς Ἐκκλησία νεωτερίζειν καθ᾽οἱονδήτινα τρόπον οὐκ εἴωθεν, ὥσπερ δ᾽αὖ τῇ Δυτικῇ ἔργον ἄπαυστον τοῦτό γε, ᾧ καὶ αὐτοὶ ἑπόμενοι καὶ ἀφύκτως ἀντιποιούμενοι οὐ τολμῶμεν (ἄπαγε) εἰσβαλεῖν τι, ἢ σαφηνίσαι κατὰ τὸν ἐκείνων σκοπόν, ἢ τῶν παλαιῶν βίβλων περιαιρεθῆναι, τὸ δὴ λεγόμενον, κἂν μίαν κεραίαν” (σελ. 39). Τελικῶς ὑπενθυμίζει στὸν μητροπολίτη “ὅτι τὸ σχίσμα καὶ ἡ διάστασις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν οὐκ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας συμβέβηκε πατριαρχείας, ἵνα ὦμεν ὀφειλέται, ἅτε τὸ ἡνωμένον διαζεύξαντες καὶ τὸ διεζευγμένον ὡσαύτως ἑνῶσαι· ἀλλὰ πρὸ χρόνων ἱκανῶν ἡ ρωμαϊκὴ ταῖς καινοτομίαις οἰστρηλαθεῖσα μένει οὐ μόνον ἀμεταστρεπτί, ἀλλὰ καὶ διαφόροις ἐπιδόσεσιν αὔξουσα τὴν διάστασιν, ὡς τοῖς πᾶσι δῆλον·” (σελ. 40). Καταλήγει δέ, σημειώνοντας στὸν μητροπολίτη Φιλαδελφείας, νὰ μείνει “ἐν τῇ ἑνότητι τοῦ Πνεύματος” καί “τάς τε παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἀπρὶξ κατέχων” νὰ φέρει τὶς θλίψεις, τὶς ἐκ τῶν λατίνων προερχoμένας, διδάσκων καὶ στηρίζων τὸ ποίμνιον καὶ τοὺς “ἀσθενοῦντας τῇ πίστει” (ὅ.π.).

β) Κατὰ τὸ ἔτος 1720, ἐπὶ πατριαρχείας Ἱερεμίου τοῦ Γ´[72], ἐπέμφθη ἐπιστολὴ ὑπὸ ὀρθοδόξων[73] τῆς πόλεως Μεσσήνης τῆς Σικελίας μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς αἰτήματα ποὺ εἶχαν καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν τῆς Βενετίας. Ἐνισχύοντας ὁ Πατριάρχης[74] τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν ὀρθοδόξους, τοὺς ὑπενθυμίζει τὸν ξθ´ Ἀποστολικὸ Κανόνα ὁ ὁποῖος ὁρίζει: “εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν οὐ νηστεύει, ἢ Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτὸς εἰμὴ δι᾽ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο. Ἐὰν δὲ λαϊκὸς ᾖ ἀφοριζέσθω”. Προσκομίζοντας τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή “ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν καὶ διδασκαλικῶν τῶν πατέρων σημειωμάτων τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ” (σελ. 45). Ἐπεστήριζε ἔτσι τοὺς ὀρθοδόξους, ὁ ὄντως ποιμὴν τῶν προβάτων Πατριάρχης, φιλανθρώπως ὑπενθυμίζοντάς τους τὰ παλαίσματα τῶν παλαιῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγογγύστως ὑπέφεραν κακουχίες καὶ σκληραγωγίες διότι γνώριζαν “ὅτι ὁ καλὸς στρατιώτης, ἂν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ, οὐδὲ στέφανον νομίμως λαμβάνει.” (σελ. 46). Αὐτὴ ἦταν ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα τῶν τότε ἁγίων Πατριαρχῶν, παρ᾽ὅλη τὴ σκλαβιά, καὶ ἔφθασε ἡ ὀρθοδοξία ἀκἐραιη ὡς τὶς ἡμέρες μας...

Ὡς δεύτερη παρατήρηση σημειώνουμε τήν, μεταπατερικῆς συλλήψεως, χρήση χωρίου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (Νηστεία 8),  ἐκ τῆς ἐπιστολιμιαίας του πραγματείας ποὺ εἶχε ὡς θέμα “Περὶ τῶν ἁγίων νηστειῶν”. Ὁ λόγος συγγραφῆς της ἦταν ἡ διαμάχη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, περὶ τοῦ χρόνου νηστείας  τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἐὰν θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ εἶναι 7 ἢ 8 οἱ ἑβδομάδες ποὺ ἔπρεπε νὰ νηστεύουν οἱ χριστιανοί! Ἔγραφε λοιπὸν ὁ ἅγιος “τοῖς μὲν ἑπτὰ τὰς τῶν ἁγίων νηστειῶν ἑβδομάδας λέγουσι συνεβούλευον μὴ ζυγομαχεῖν καὶ στασιάζειν τὸ καλὸν σῶμα Χριστοῦ, τουτέστιν τὴν Ἐκκλησίαν· ... Τοῖς δὲ τὰς ὀκτὼ ἑβδομάδας νομοθετοῦσιν ὑπετιθέμην, ὡς οὐδὲ τὸ καλὸν καλόν, εἰ μὴ καλῶς γένηται. Καλὸν μὲν γὰρ παρθενία· ἀλλ᾽ἐὰν γήμῃς οὐχ ἥμαρτες. [75]. Ἔπειτα, στὸ κείμενο τοῦ ἁγίου, ἀκολουθεῖ τὸ χωρίο ποὺ ἔχει παρατεθεῖ ἀπὸ τοὺς σύγχρονους πατέρες”: “... Καλόν τὸ νηστεύειν πᾶσαν ἡμέραν, ἀλλ’ ὁ μή ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω. Ἐν τοῖς τοιούτοις οὐ νομοθετεῖν, οὐ βιάζεσθαι, οὐκ ἀναγκαστικῶς ἄγειν τὸ ἐγχειρισθὲν προσήκει ποίμνιον, πειθοῖ δὲ μᾶλλον, καὶ ἠπιότητι, καὶ λόγῳ ἅλατι ἠρτυμένῳ..” (Νηστεία 8).

Ἔγινε φανερὸ νομίζουμε, τὸ μέγεθος τῆς ἐξαπάτησης ποὺ ἐπιχειρεῖται κατὰ τῶν ἁπλουστέρων, μὲ τὴν χρήση πατερικοῦ χωρίου τελείως ἐκτὸς τοῦ πλαισίου ἀναφορᾶς του. Δὲν ἔγραφε, ἑπομένως, ὁ ἅγιος περὶ τοῦ -δῆθεν- ἐλεύθερου χαρακτήρα τῆς νηστείας, ἀλλὰ ξεκαθάριζε ὅτι στὸ ὑπάρχον πλαίσιο τῆς κεκανονισμένης νηστείας ἐὰν κάποιος ἤθελε νὰ νηστεύσει περισσότερο, τοῦτο νὰ μὴν τὸ  ἐπιβάλλει καὶ στοὺς ὑπολοίπους. Σημειωτέον, ὅτι κατὰ πάγια τακτικὴ τῶν οἰκουμενιστῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος (κατά)χρησης τῆς πατερικῆς γραμματείας. Ἀβίαστα προκύπτει ὅτι σ᾽ἕνα μόλις ἄρθρο, κατάφεραν οἱ οἰκουμενιστὲς νὰ ἐπιφέρουν (τὸ ἐπιδιωκόμενο) πλῆγμα κατὰ τῶν ἱερῶν νηστειῶν, καὶ ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, κατὰ τοῦ συνόλου τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε, μᾶς εἶχαν προϊδεάσει μὲ τὶς συνεχεῖς τους άναφορὲς στήν “ἀλλοίωση” τοῦ ἀρχεγόνου πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τό -δῆθεν- μετέπειτα ἀναπτυχθέν καλογερικὸ φρόνημα” τὸ ὁποῖο, κατ᾽αὐτούς, ἀπηχεῖ ἀλλότριες καὶ ἐξωχριστιανικές, μανιχαϊστικοῦ(!) τύπου έπιδράσεις. Εἶναι εὔλογη ἡ ἀπορία ποὺ γεννᾶται τοῦ κατὰ πόσον οἱ παλαιοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποίοι ἠρνοῦντο τὴν βρῶσιν εἰδωλοθύτων, δὲν θὰ ἐκρίνοντο ὑπὸ τῶν σημερινῶν οἰκουμενιστῶν ὡς “φονταμενταλιστές” καὶ “φοβικοί”…

 

Τέλος Α´ Μέρους

 

Ἐπιφάνιος μοναχὸς Καψαλιώτης

Ἅγιον Ὄρος

 

 

 

           



[1] Ἡ ἐξέταση θὰ ἀρκεσθεῖ ἐπὶ τῶν σημαντικοτέρων καὶ τρόπόν τινα οὐσιωδεστέρων. λεπτομερὴς σχολιασμός-ἔλεγχος θὰ ἀπαιτοῦσε, κατ᾽ἀνάγκην, τὴν τμηματικὴ ἐξέταση κατὰ παράγραφον ὅλων τῶν συνοδικῶν κειμένων , κάτι ποὺ δὲν κρίνεται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγκαῖος· ἄλλως τὸ κείμενο θὰ κινδύνευε νὰ λάβει διαστάσεις βιβλίου.

[2] " Ὅσοι γὰρ δι΄ εὐστάθειαν τρόπων τὸ τῆς ἀρχαιότητος σεμνὸν τοῦ καινοπρεποῦς προετίμησαν͵ καὶ ἀπαραποίητον τῶν πατέρων διεφύλαξαν τὴν παράδοσιν͵ …  Οἱ δὲ διακορεῖς τῶν συνήθων͵ καὶ τῶν παλαιῶν ὡς ἑώλων κατεπαιρόμενοι͵ οὗτοί εἰσιν οἱ τὰς νεωτεροποιίας παραδεχόμενοι͵ ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἐσθῆτος οἱ φιλόκοσμοι τὴν ἐξηλλαγμένην ἀεὶ τῆς κοινῆς προτιμῶντες·”, PG 32, 92CD καὶ πάλιν, Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον καὶ κοινὸς σκοπὸς ἅπασι τοῖς ἐναντίοις καὶ ἐχθροῖς τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας͵ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως κατασεῖσαι͵ ἐκ τοῦ τὴν ἀποστολικὴν παράδοσιν ἐδαφισθεῖσαν ἀφανισθῆναι.”, ὅ.π. 112C καὶ τέλος,Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων͵ τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν͵ τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα· ἅπερ ἀμφότερα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Καὶ τούτοις οὐδεὶς ἀντερεῖ͵ οὐκοῦν ὅστις γε κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται. Εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν παραιτεῖσθαι͵ λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον· μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιιστῶντες τὸ κήρυγμα.”, ὅ.π. 188Α

[3] Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου 10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982. Ἡ ἀπόφαση ἐλήφθει κατὰ τὴν Η´ συνεδρία, καὶ ὡς ἔτος ὁρίστηκε τὸ 1925, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῶν 1600ων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325. Ἔγινε δὲ καὶ πρόταση, ὅπως διαβάζουμε, “νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τοὺς ἐπισκόπους τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν καθολικῶν ἐπισκόπων, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν χριστιανικὴν ἑνότητα.” ὅ.π. σελ 164. Τελικῶς ἡ πρόταση ψηφίστηκε νὰ ἀποτελέσει τὴν ΣΤ´ Ἀπόφαση τοῦ Συνεδρίου, ὅ.π. σελ. 221. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι κύριο ἔργο τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἦταν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καθώς καὶ ἡ υἱοθέτηση,άνάμεσα στὰ ἄλλα, νέων διατάξεων περὶ νηστείας καὶ μικτῶν γάμων, στὰ ὁποῖα ὅπως κατωτέρῳ θὰ δειχθεῖ, ἡ νῦν λεγομένη ΑκΜΣ προσέδωσε καθολικὸ κῦρος...

[4]  Βλ. Brun Maria, Ὁ ἀντίκτυπος τῆς Β´ Βατικάνειας Συνόδου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Θεολογία 2/2015, σελ. 222, (ἡ Maria Brun εἶναι Δρ. Θεολογίας (παπική), πρώην ἐπιστημονικὴ συνεργάτις στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης). Γιὰ περαιτέρω μαρτυρίες ἐπὶ τοῦ ἀρχικῶς σχεδιασθέντος οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς ΑκΜΣ, βλ. πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 52-56.

[5] Ἐπὶ παραδείγματι ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐπισήμως ἀναγνωρίσθηκε ὡς τέτοια ἀπὸ τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ, ἐνῶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τελεσιδίκως ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸ 879.

[6] Κυρίως ἦταν ἡ ἀπόφασή της γιὰ τὴν υἱοθέτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (μέσω τοῦ συνοδικοῦ Διατάγματος Unitatis Redintegratio), ὡς μεθόδου ἑνώσεως τῶν χριστιανῶν”, καθὼς καὶ οἱ μεγάλες ἀλλαγὲς ποὺ ἐπέφερε στὴ λειτουργικὴ ζωή (λειτουργικὴ μεταρρύθμιση).

[7] Brun, ὅ.π. σελ. 231

[8] Ἀναλυτικά, Brun, .ὅ.π. σελ. 232-234

[9] Ὁσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1957, σελ. 118

[10] Ἐπ᾽αὐτοῦ σημειώνει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὅτι τυχόν ‟ἀσυμφωνία τινῶν Πατριαρχῶν, καὶ τὰς Οἰκουμενικὰς ποιεῖ Τοπικάς.” ὅ.π. σελ. 119

[11]  Βλ. Μτ. 16,18

[12]  Joint International Commission for the Theological Dialogue Between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Ecclesiological and Canonical Consequences of the Sacramental Nature of the Church. Ecclesial Communion, Conciliarity and Authority. Ravenna, 13 October 2007. Στὸ κείμενο ἐκφράζεται ἡ συμπεφωνημένη ταύτιση ἐπὶ ἰδιαιτέρων χαρακτηριστικῶν τῆς συνοδικότητος καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν πρωτείου. Ἡ θεολογία τοῦ κειμένου ἀπηχεῖ  θέσεις τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα (καὶ οἱ ὁποῖες μὲ τὴν σειρά τους εἶναι παπικῆς ἔμπνευσης, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἀναλυθοῦν ἀλλοῦ. Συμπερασματικά, τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα ἀποτελεῖ θρίαμβο τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ συνακόλουθα θεολογίας).

[13] Σύμφωνα μὲ τὸ Ραβέννα 20

[14]  Μὲ τὸ τί ἀκριβῶς έννοοῦν οἱ παπικοὶ μὲ τὸν ὅρο ‟οἰκουμενικό”, θὰ τὸ δείξουμε στὸ τμῆμα ποὺ θὰ ἀναφέρεται στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ΑκΜΣ, τοῦ σχετικοῦ μὲ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους.

[15] Τὸ μεγαλύτερο παράδειγμα εἶναι αὐτό, περὶ τῆς άποδοχὴς ἢ ὄχι τοῦ ἕκτου κειμένου, μὲ δογματικὸ ζητούμενο τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους.

[16]  Βλ. ἀνωτ. τὴ τρίτη προϋπόθεση, κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη, ποὺ πρέπει νὰ πληροῦται ἀπὸ μία σύνοδο ὥστε νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς ἔχουσα οἰκουμενικὸν κῦρος

 

[17] Bλ. ἐνδεικτικά, ἀπάντηση ἐπισκόπου Ἀβύδου Κυρίλου (Κατερέλου) πρὸς τὸ Γραφεῖο ὲπὶ τῶν αἱρέσεων Ἱ. Μ. Πειραιῶς, διαδικτυακὸς τόπος Ρομφαία, Τετάρτη 15 Ἰουνίου 2016.

[18]  εἰς τὸ ἑξῆς: Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολή.

[19] Β ´ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν (ἔτους 1275), V. Laurent-J. Darrouzes, Dossier Grec de l’ Union de Lyon, 1976, σελ. 417

[20] ὅ.π. σελ. 415

[21] Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Λόγος Α´, ΕΠΕ 22 σελ. 270

[22] Mansi G.D. Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, 1766, τ. 12, 1022c

[23] Ἁγ. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἐκτεθέντος ὅρου τῆς συνόδου τοῦ 815, κεφ. 28,15-28,44 (σελ. 61-2), ἐν Ed. Featherstone J.M., Nicephori Patriarchae Constantinopolitani Refutatio et Eversio Definitionis Synodalis Anni 815, Turnhout Brepols, 1997, Corpus Christianorum, Series Graeca 33

[24] Στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα ἡ σχετικὴ άναφορὰ περί προσφορᾶς”, συναντᾶται πυκνά, εὔλογο εἶναι λοιπὸν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ συγκεκριμένο σημεῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ δικό του χέρι...

[25] Ἐγκύκλιος Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint (ἵνα πάντες ἓν ὦσιν), Ρώμη 25 Μαΐου 1995. Βλ. ἐπίσης καὶ εἰς, Congregation For The Doctrine Of The Faith, Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρώμη 28 Μαΐου 1992, 4/b

[26]From this sacramentality it follows that the Church is not a reality closed in on herself; rather, she is permanently open to missionary and ecumenical endeavour, for she is sent to the world to announce and witness, to make present and spread the mystery of communion which is essential to her: to gather together all people and all things into Christ; so as to be for all an "inseparable sacrament of unity".”

[27] Ὁ τίτλος τοῦ πρώτου τμήματος τῆς Ἐγκυκλίου εἶναι, Ἡ Εκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκὼν τῆς Ἁγίας Τριάδος” καὶ ἀκολούθως στὸ I,1 “ Ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς  Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καὶ βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ…

[28] Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91,664D. Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος στὰ κεφάλαια Α´-Ε´ περιγράφει κατὰ ποίους τρόπους εἰκονίζεται ἡ Ἐκκλησία: πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται, (οὕτε κἂν ὑπονοεῖται), ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ θεωρηθεῖ ὡς εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδος...

[29] Στὸ σχετικὰ πρόσφατο κείμενό του Conciliarity and Primacy, Θεολογία 2/2015, σσ 19-33, ὁ Ζηζιούλας ἐπαναδιατυπώνει τὴ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας καθότι “ἡ Ἐκκλησια ὀφείλει καθ᾽ὅλα νὰ κατοπρίζει, ὄχι μόνο μὲ τὴ πίστη της ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δομὴ καὶ τὴν ἱεραρχία της, τὸ τρόπο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ὑπάρχει ὡς Τριάδα.” σελ. 27 (ἡ μετάφραση δική μας)

[30] Κάθε κείμενο τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου παπικῶν-“ὀρθοδόξων” συνιστᾶ βῆμα ἐμπλουτισμοῦ καὶ διεύρυνσης τοῦ προηγουμένου του, συναποτελοῦν δηλαδὴ ὅλα μαζὺ μίαν ἀδιάσπαστο ἑνότητα. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπου τὸ κείμενο τοῦ Balamand, λειτουργώντας μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, θὰ κληθοῦν οἱ διαφωνοῦντες εἴτε τοὺς ἀρέσει εἴτε ὄχι, τελικὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν σὲ κάποια ἑπόμενη ἔκδοσή του (πιθανὸν ἐλαφρῶς τροποποιημένο πρὸς παῦσιν τῶν ἀντιδράσεων)

[31] Τὸ κείμενο: This is the sacred mystery of the unity of the Church, in Christ and through Christ, the Holy Spirit energizing its various functions. It is a mystery that finds its highest exemplar and source in the unity of the Persons of the Trinity: the Father and the Son in the Holy Spirit, one God”. Τὸ ὅλο ζήτημα εναικρως σημαντικ κα θἀναλυθε, σν Θε, σὲ ἑπόμενο κείμενο.

[32] Ἡ διδασκαλία περὶ προσώπου λαμβάνει ἰδιαίτερο νόημα στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία καὶ εἶναι θεμελιώδους σημασίας, ἔχει δὲ ὡς βάση τὸν Περσοναλισμὸ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ζηζιούλα τὴν παρέλαβε ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του μέσῳ τῆς ἐπαφῆς ποὺ εἶχε κατὰ τὶς σπουδές του, μὲ χαϊντεγγεριανοὺς θιασῶτες τῆς παπικῆς Νέας Θεολογίας (ἡ ὁποῖα ἀπετέλεσε τὴν ἐπίσημη θεολογία τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου)

[33] Στὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἔκδοση, Ed. Pusey, P.E., Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, Oxford: Clarendon Press, 19652, τ.1 σελ. 141,7

[34] Ἡ συνέχεια στὸ κείμενο εἶναι “ Ἐπεὶ καὶ ἔσχατος Ἀδὰμ διὰ τοῦτο κατωνόμασται τῇ κοινότητι τῆς φύσεως πάντα πλουτῶν”, ἐνῶ λίγες γραμμὲς πιὸ κάτω καταλήγει: οὐκοῦν ἐν Χριστῷ μὲν ἀληθινῶς ἐλευθεροῦται τὸ δοῦλον, ἀναβαῖνον εἰς ἑνότητα τὴν μυστικὴν τῷ φορέσαντι τὴν τοῦ δούλου μορφήν, ἐν ἡμῖν δὲ κατὰ μίμησιν τὴν πρὸς τὸν ἕνα διὰ τὴν κατὰ σάρκα συγγένειαν.”

[35] Ἡ λεπτομερὴς ἐξέταση τῶν αἱρετικῶν θέσεων τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, (καθὼς καὶ ἡ σὺν τῷ χρόνῳ ἐξελικτικὴ διαμόρφωσή τους), πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσει σὲ ἑπόμενα κείμενα. Ἡ -δῆθεν- εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία του δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπίχρωση τῆς ἐκκλησιολογίας communio τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου μὲ στοιχεα ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας -καὶ αὐτὰ ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὸ πλαίσιο ἀναφορᾶς τους (καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο, ὅπως συνηθίζεται νὰ λέγεται ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς θεολόγους).

[36] Πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, “… the “one - and - the many” idea which runs through the entire dogmatic theology of the Church, including the doctrine of the Holy Trinity, Christology and the Eucharist, makes primacy a THEOLOGICAL and not simply an administrative matter. There is “primacy” even in the life of the Trinity…”, σελ. 29-30. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἐνδεικτικὸ τῆς ἀναγωγῆς ποὺ κάνει ὁ Ζηζιούλας τῆς ὑποθέσεως τοῦ πρωτείου στὸ ἀμιγῶς τριαδολογικὸ ἐπίπεδο.

[37] Ἄλλωστε κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς μίας συνόδου: Σύνοδος δὲ ἁπλῶς εἶναι ἄθροισμα ἀρχιερέων, γινόμενον, ἢ διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν εὐσέβειαν (καὶ εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας), ἢ διὰ νὰ ἀναιρεθῇ μὲ τὰ ὅπλα τῆς εὐσεβείας κᾀμμία ζημία προλαβοῦσα, ἢ μέλλουσα τῆς εὐσεβείας (καὶ άρετῆς).”, Πηδάλιον, σελ. 42.

[38] Πρβ. τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία” (Πρ. 4,32)

[39] Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 32, 117B “Πίστις δὲ καὶ βάπτισμα, δύο τρόποι τῆς σωτηρίας, συμφυεῖς ἀλλήλοις καὶ ἀδιαίρετοι. Πίστις μὲν γὰρ τελειοῦται διὰ βαπτίσματος, βάπτισμα δὲ θεμελιοῦται διὰ τῆς πίστεως, καὶ διὰ τῶν αὐτῶν ὀνομάτων ἑκάτερα πληροῦται.” καὶ ἐπίσης “ Ὥστε τὸ μὲν σῷζον ἡμᾶς ἡ πίστις ἐστίν” ὅ.π. 148D

[40] Βλ. ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 665C-668A, ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία.... μίαν τὴν κατὰ πίστιν ἁπλῆν τε καὶ ἀμερῆ καὶ ἀδιαίρετον σχέσιν (δίδωσι), ...διὰ τὴν τῶν πάντων (τῶν πιστῶν) εἰς αὐτὴν καθολικὴν ἀναφορὰν καὶ συνέλευσιν· ...πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καὶ συννημένων, κατὰ τὴν μίαν  ἁπλῆν τε καὶ ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καὶ δύναμιν. Ἦν γὰρ πάντων, φησίν, ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία·

[41] Παρ᾽ ὅλα ταῦτα, πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, ... the one Church in the world realizes her unity in the form of a communion of local Churches. ”, σελ. 28 καὶ λίγο πιὸ κάτω, “… the local Church cannot be “catholic” unless it is in communion with the other local Churches in the world.”, σελ. 29· προφανῶς τὰ πατριαρχεία Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων μιᾶς καὶ δὲν κοινωνοῦν μεταξύ τους, κατὰ Ζηζιούλα, δὲν πληροῦν τὸ βασικὸ κριτήριο καθολικότητος”…

[42] Ἐπίσημα θεολογικὰ κείμενα ποὺ νὰ ἀναλύουν, (π.χ. τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), περὶ ἀδιαιρέτου ἐκκλησίας κ.λ.π συναφῶν θεμάτων ΔΕΝ ὑπάρχουν. Τὰ ἀφήνουν σὲ οἰκουμενιστὲς ἀκαδημαϊκοὺς θεολὀγους, (κάποιοι ἀπ᾽ αὐτοὺς τυγχάνουν καὶ ἐπίσκοποι, πλὴν γράφουν ὑπὸ τὴν ἀκαδημαϊκή τους ἰδιότητα), ὥστε στὶς τυχὸν ἀντιδράσεις ἀπαντοῦν ὅτι τὰ γραφόμενα συνιστοῦν προσωπικὲς γνῶμες, καὶ ὄχι τὴν ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως δὲν μποροῦν νὰ κρυφθοῦν στὶς ἐπίσημες κοινὲς Δηλώσεις, ὁμιλίες κ.λ.π οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις, ἐκεῖ τὰ πάντα φανερώνονται... Σημειωτέον ὅτι ὅλες οἱ οἰκουμενιστικὲς θέσεις πρωτοεμφανίζονται στὴ Δύση καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν καὶ οἱ ἡμέτεροι. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς καταφεύγουμε στὶς πηγές, ποὺ ἐξ ἀνάγκης εἶναι δυτικές (καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἄγνωστες στοὺς πολλούς).

[43] Congregation For The Doctrine Of The Faith, Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρὠμη 28 Μαΐου 1992, βλ. σημ. 21. Τὸ κείμενο ἀπηχεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτάκτου παπικῆς συνόδου τοῦ 1985, κατὰ τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώθηκε καὶ ἐνισχύθηκε ἡ δέσμευση τοῦ παπισμοῦ στὴν ἐκκλησιολογία communio τῆς Β´ Βατικανῆς.

[44]in every particular Church "the one, holy, catholic and apostolic Church of Christ is truly present and active". For this reason, "the universal Church cannot be conceived as the sum of the particular Churches, or as a federation of particular Churches". It is not the result of the communion of the Churches, but, in its essential mystery, it is a reality ontologically and temporally prior to every individual particular Church”. (9/a). Καὶ λίγο πιὸ κάτω: the Church that is one and unique, precedes creation, and gives birth to the particular Churches as her daughters. She expresses herself in them(9/b). Ἐπίσης, From the Church, which in its origins and its first manifestation is universal, have arisen the different local Churches, as particular expressions of the one unique Church of Jesus Christ.” (9/c). Νὰ σημειωθεῖ τέλος ὅτι στὸ παπικὸ κείμενο ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ ἡ σύνδεση βαπτισματικῆς θεολογίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας (10/a), ἄλλη μία κοινὴ θέση τῶν οἰκουμενιστῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης. Περισσότερα στὸ τμῆμα γιὰ τὸ κείμενο τῶν Σχέσεων.

[45] Ἀναγνωρίζονται ἔτσι οἱ “Μεγάλες Σύνοδοι” ὡς ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο κύρους, διακριτὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο, τὸ οἰκουμενικό.

[46] Ἄλλο ἕνα κρίσιμο στοιχεῖο τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι αὐτὸ τῆς νομίμου διαφορετικότητος (legitimate diversity), βλ. Ut Unum Sint 54/a, καὶ Κοινὴ Δήλωσις, πάπα Φραγκίσκου καὶ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Ἱεροσόλυμα 2014. Τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν”. Βλ. ἀνάλυση στὸ τμῆμα γιὰ τὸ κείμενο τῶν Σχέσεων.

[47] Mansi 17a, 493 πρᾶξις Ε´. Βλ. καὶ Καρμίρη, ὅ.π. τ. Α´ σελ. 269

[48] Μήπως ὅλα αὐτὰ γίνονται ἕνεκα τῆς δεδηλωμένης εἰκονομαχικῆς θεολογίας τῶν ποικίλων προτεσταντῶν, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα καὶ αὐτοί, εἶναι ἀδελφοί” τῶν οἰκουμενιστῶν;

[49] Ἀναφερόμαστε βεβαίως στὸν ιε´ κανόνα της, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ δέοντα πράττειν γιὰ τοὺς πιστούς, στὴ περίπτωση αἱρετικοῦ ποιμένος.

[50] Καρμίρη Ἰω., Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τ. Β´, 1968 σελ. 920(1000)

[51] Τὸ ὀγκῶδες Διάταγμα εἶχε ὡς ὑπότιτλο, Ποιμαντικὸ Σύνταγμα περὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸν σύγχρονο κόσμο (Pastoral Constitution on the Church in the Modern World).

[52] Τοῦτο θὰ ἀποτελέσει ξεχωριστὴ μελέτη.

[53] Βλ. Καραγεωργοῦ Βασ., Ἡ Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε´ πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους, Ἀνάτυπο χαριστηρίου τόμου πρὸς τιμὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α´, Ἀθήνα 2000

[54] Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον, εἰς τὸ ἑξῆς Σχέσεις

[55] Τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ, εἰς τὸ ἑξῆς Γάμος

[56] Ἡ Σπουδαιότης τῆς Νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, εἰς τὸ ἑξῆς Νηστεία

[57] Ἁγ. Νικηφόρου Πατριάρχου Κων/λεως, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἐκτεθέντος ὅρου τῆς συνόδου τοῦ 815, κεφ. 5,1-5,19 (σελ. 9)

[58] Πάντοτε ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας γινόταν “ἄχρι καιροῦ” καὶ ποτὲ δὲν λάμβανε μόνιμο χαρακτήρα.

[59] Ἑγκράτεια ὄχι μόνον στὶς τροφές (νηστεία), ἀλλὰ ὡς συνολικὴ ὑπακοὴ στὸ ὑπάρχων ἁγιοπνευματικὸ πλαίσιο ποὺ καθορίζεται ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἐν γένει τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας· ἐπὶ παραδείγματι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ γάμο, ἀνάγκη ὑπακοῆς στὰ διαλαμβάνοντα ὑπὸ τοῦ οβ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

[60] Στὰ κείμενα τῆς Κρήτης ὁ ὅρος “αἱρετικός” ἔχει πλήρως ἐξοβελισθεῖ καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ ἔχει εἰσαχθεῖ αὐτὸς τοῦ “ ἑτεροδόξου”.

[61] Νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ πρόβλημα μὲ τοὺς γάμους, δὲν εἶναι διόλου καινούργιο, ξεκινᾶ κυριολεκτικὰ μὲ τὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἐκκλησίας.

[62] Catechism of the Catholic Church, Libreria Editrice Vaticana, 20112

[63]Through ecumenical dialogue Christian communities in many regions have been able to put into effect a common pastoral practice for mixed marriages. Its task is to help such couples live out their particular situation in the light of faith, overcome the tensions between the couple’s obligations to each other and towards their ecclesial communities, and encourage the flowering of what is common to them in faith and respect for what separates them.

[64] Ἡ ὁποία μέσω ἀσήμαντων διαφοροποιήσεων στὶς λεπτομέρειες μετεκεντρίστηκε καὶ στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, καὶ πλέον θεωρεῖται ὡς ἡ αὐθεντικὴ ἔκφρασις τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

[65] “However, one cannot charge with the sin of the separation those who at present are born into these communities [that resulted from such separation] and in them are brought up in the faith of Christ, and the Catholic Church accepts them with respect and affection as brothers.... All who have been justified by faith in Baptism are incorporated into Christ; they therefore have a right to be called Christians, and with good reason are accepted as brothers in the Lord by the children of the Catholic Church.”

[66] Ὅ.π. Catechism of the Catholic Church, §1635, According to the law in force in the Latin Church, a mixed marriage needs for liceity the express permission of ecclesiastical authority. In case of disparity of cult an express dispensation from this impediment is required for the validity of the marriage. This permission or dispensation presupposes that both parties know and do not exclude the essential ends and properties of marriage; and furthermore that the Catholic party confirms the obligations, which have been made known to the non-Catholic party, of preserving his or her own faith and ensuring the baptism and education of the children in the Catholic Church.”

[67] Ἔκδοσις τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου τὸ 2014, σὲ συνεργασία μὲ τὸ ΠΣΕ καὶ πρόλογο τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Ὅλες οἱ μελέτες εἶναι στὴν ἀγγλική.

[68] Bassam Nasif / Pekka Metso, The Issue of Mixed Marriges – Canonical and Pastoral Perspectives σσ. 794-800.

[69] Ἀναφορὰ στὸν οβ´ κανόνα τῆς Πενθέκτης τοῦ ἔτους 692

[70] Νὰ σημειωθεῖ πάντως ὅτι οὐδαμοῦ χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “οἰκονομία”, καὶ τοῦτο διότι θὰ ἔπρεπε: α) νὰ ἔχουν καλῶς καθοριστεῖ τὰ ὅριά της καὶ ὁ ἀκριβὴς χαρακτήρας της, καί β) νὰ ἔχει θεσμοθετηθεῖ μέσω σχετικοῦ συνοδικοῦ κανόνος.

[71] Γεδεὼν Μανουήλ, Κανονικαὶ διατάξεις, τ. Α´, Κωνσταντινούπολις 1889, σσ. 38-40

[72] Σάββα Ἱερομονάχου, Συνοδικὴ πρὸς Μησυναίους(sic) Ἐπιστολή, εἰς Ἐπιστολὴ πρὸς Σίλβεστρον Πατριάρχην περὶ Πασχαλίου, Ἀθήνα 1924, σσ 42-46,

[73] Ζητοῦσαν, “καταλύειν καὶ ἐσθίειν ὀψάρια ἀνυποστόλως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τεσσαρακοστῆς, τῆς πρὸ τῶν ἁγίων παθῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ἐν πάσαις παραμοίως ταῖς τετράδαις καὶ παρασκευαῖς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ” προβαλλόμενοι “στέρησιν καὶ σπάνιν πάντων ἐδωδίμων θαλαττίων ὀστρακοδέρμων·”. Ὡς πρόσθετο λόγο προέτασσαν ἐπίσης ὅτι, “τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ὁδοιπορίαις”, συνεχεῖς καὶ λοιπὲς κακουχίες καὶ ἀνάγκες κατατρύχονταν, ὥστε πλέον διά “τὴν τοιαύτην ταλαιπωρίαν καὶ χαλεπότητα” τοὺς ἦταν ἀδύνατον νὰ νηστεύουν. (σελ. 43)

[74] Τί θὰ ἔλεγε ἄρά γε σήμερα ὁ τρανὸς οὖτος Πατριάρχης ἐὰν διάβαζε ὅτι ἁμαρτάνει ὅποιος δὲν δέχεται τὴν διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς “ἑνότητος”;

[75] PG 95, 64-72