ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΣ

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΣ: https://drive.google.com/folderview?id=0B2R6tNC3qVhKako0Mm5FRkxqcWc&usp=sharing

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011



Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας: Ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων


ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ


Μετρᾶμε 2000 χρόνια ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ πολλὰ θέματα τῆς Χριστιανικῆς μας πίστης δὲν εἶναι ξεκαθαρισμένα μέσα μας. Ἡ ἄγνοια, ἡ ἀδιαφορία, ἡ προπαγάνδα τῶν ἑτεροδόξων (τῇ ἀνοχῇ καὶ ὁμοδόξων φίλων τους) ἔχουν συσκοτίσει ἢ ἀλλοιώσει τὸν χαρακτῆρα στοιχείων τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
Ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ θὰ ἐξετάσουμε, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔχει νὰ κάνει μὲ συγκεκριμένη εἰκόνα, ποὺ συναντᾶμε σὲ πολλοὺς ὀρθόδοξους ναούς μας καὶ εἰκονίζει τὴν Παναγία Τριάδα, ὄχι μὲ τὸν παραδοσιακὸ ὀρθόδοξο τρόπο τῆς «φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ», ἀλλὰ μὲ τὴν παράσταση ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας χρησιμοποιοῦνται στοιχεῖα ποὺ μᾶς παραπέμπουν σὲ δοξοσίες αἱρετικῶν. Πρόκειται δηλαδή γιὰ τὴν παράσταση, στὴν ὁποία εἰκονογραφεῖται ὁ Θεὸς Πατὴρ ὡς ἕνας σεβάσμιος γέρων μὲ λευκὴ γενειάδα, ὁ Θεὸς Υἱὸς μὲ τὴν ἀνθρώπινη δυτικότροπη ἐκδοχή, καὶ ὁ Θεὸς Ἅγιον Πνεῦμα μὲ μορφὴ περιστεριοῦ.
Αὐτὴ ἡ εἰκόνα θεωρεῖται ἀπαράδεκτη ἀπὸ θεολόγους ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ θέμα, οἱ ὁποῖοι καὶ συνιστοῦν, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικαθίσταται ἡ εἰκόνα αὐτὴ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη ἀπεικόνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος, στοὺς δὲ νέους ναοὺς νὰ λαμβάνεται φροντίδα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀπεικόνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Γιὰ ποιό λόγο ὅμως εἶναι ἀπαράδεκτη αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση;
Εἶναι γνωστὸ ὅτι στοὺς Ἰουδαίους ἀπαγορευόταν ἡ ἀπεικόνιση τοῦ Θεοῦ, χαρακτηριζομένη ὡς εἴδωλο, ἀφοῦ δὲν εἶχε καμία ἀντιστοιχία ἡ εἰκόνα αὐτὴ μὲ τὸν ἄκτιστο καὶ ἀόρατο Θεό. Ἐνῶ ὅμως, στὴν Π.Δ. ἡ ἀπεικόνιση τοῦ Θεοῦ ἀπαγορευόταν, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καθοδήγησε τὸν Μωϋσῆ, νὰ κατασκευάσει εἰκόνες ἀγγέλων (Ἐξόδ. κε΄ 17, στ΄ 1), ἀφοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἴχαμε ἀγγελοφάνειες.
Ἀργότερα ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ὁδηγούμενη ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, συνετὰ καὶ βῆμα-βῆμα, ἔφτασε στὴν κατασκευὴ εἰκόνων, τηρώντας μιὰ βασικὴ προϋπόθεση, νὰ εἰκονίζεται ὅ,τι ἔχει φανερωθεῖ-περιγραφεῖ, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα, ὅσα θεοφιλεῖς ἄνθρωποι εἶχαν δεῖ, ὅπως ὁ προφήτης εἶδε σὲ ὅραμα τὰ χερουβίμ: «Τῶν δὲ χερουβὶμ ὡς περιγραπτῶν καὶ τῷ θείῳ θρόνῳ δουλοπρεπῶς παρεστώτων τὴν εἰκόνα προστάττει ποιεῖν…» ἐξηγεῖ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει: «Πάλαι μὲν ὁ Θεὸς ὁ ἀσώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος οὐδαμῶς εἰκονίζετο. Νῦν δὲ σαρκὶ ὀφθέντος Θεοῦ καὶ τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος εἰκονίζω Θεοῦ τὸ ὁρώμενο».
Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ κρίσιμο σημεῖο. Εἰκονίζουμε τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους, ἐπειδὴ τοὺς εἴδαμε καὶ αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση «βρίσκεται σὲ συμφωνία μὲ τὸ πρωτότυπο». Ὡς ἐκ τούτου δὲν μποροῦμε νὰ εἰκονίζουμε ὅ,τι δὲν εἴδαμε ἢ δὲν μᾶς ἔχει φανερωθεῖ. Καὶ ἄρα τὴν «Ἁγία Τριάδα δὲν ζωγραφίζουμε σὲ εἰκόνα» (ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης), γιατὶ δὲν τὴν εἴδαμε.
Ἰδιαίτερα σημαντικὴ γιὰ τὸ θέμα εἶναι καὶ ἡ διατύπωση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἀπαγορεύει τὴ σχηματοποίηση τῆς ἄϋλης Ἁγίας Τριάδος: «Ἡ φύσης τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς ἀνείδεος καὶ ἀόρατος οὐκ εἰκονίζεται». Ἀξιοσημείωτη, ἐπίσης, καὶ ἰδιαίτερα αὐστηρὴ ἡ παρακάτω διατύπωση, πάλι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Πρὸς δὲ τούτοις τοῦ ἀοράτου καὶ ἀσωμάτου καὶ ἀπεριγράπτου καὶ ἀσχηματίστου Θεοῦ τίς δύναται ποιήσασθαι μίμημα; Παραφροσύνης τοίνυν ἄκρας καὶ ἀσεβείας τὸ σχηματίζειν τὸ θεῖον». Καὶ «ἂν κάποιος τολμήσει νὰ φτιάξει εἰκόνα τῆς ἀσώματης, ἀόρατης καὶ ἀσχημάτιστης θεότητας τὴν ἀπορρίπτουμε ὡς ψευδὴ καὶ νόθα».
Τὸ θέμα λοιπόν τῶν εἰκόνων δὲν εἶναι παρωνυχίδα στὴν πίστη μας. «Τιμοῦμε καὶ σεβόμεθα ἐξίσου τὶς εἰκόνες καὶ τὰ Εὐαγγέλια… Οἱ ἁγιογράφοι, σύμφωνα μὲ τὸν Μ. Βασίλειο, εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς Εὐαγγελιστές… Δὲν εἶναι ὀρθόδοξος ὅποιος προσκυνᾶ ἀντορθόδοξες εἰκόνες, ὅπως δὲν εἶναι ὀρθόδοξος ὅποιος ἀποδέχεται ἀντορθόδοξα δόγματα. Ἡ εἰκόνα πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτα πιστὴ στὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ ἐκτίθεται στὴν ἄμεση καὶ συχνὴ θέα τῶν πιστῶν. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀπεικονίζουμε κακόδοξες παραστάσεις, ὅπως αὐτῆς τῆς λεγόμενης Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὀρθόδοξες ἀφετηρίες.
«Ἡ ἀθέτηση τοῦ κανόνα αὐτοῦ, ποὺ παρατηρεῖται δυστυχῶς καὶ στοὺς ὀρθόδοξους ναούς, σημαίνει σοβαρὴ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας», ἔγραφε παλαιότερος θεολόγος.
Τὸ ὀπτικό, τώρα, μήνυμα ἑνὸς ρυτιδωμένου καὶ ἡλικιωμένου γέροντος Πατέρα καὶ δίπλα τοῦ Υἱοῦ σὲ νεώτερη ἡλικία, μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἀρειανικό, ἔστω κι ἂν ἡ πρόθεση ὅσων τὸ ἐπέλεξαν δὲν εἶναι αὐτή, γιατὶ παρουσιάζει τὸν Υἱὸ νεώτερο τοῦ Πατρός, ὀπτικοποιώντας τὴν αἱρετικὴ θέση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν ἐδίδασκε ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ὑπῆρχε πάντα, ἀλλὰ ὅτι ὑπῆρξε μετὰ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἐν χρόνῳ. Ἡ ἀπεικόνιση αὐτὴ οὐσιαστικὰ προκαλεῖ σύγχυση στὸ νοῦ τῶν πιστῶν, δυσχεραίντας ἀντὶ νὰ διευκολύνει τὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας ὡς πρὸς τὴν ἀΐδια-ἄχρονη «ἐκ τοῦ Πατρὸς» γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἔτσι ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι «συνάναρχος τῷ Πατρί».
Ἐπίσης, ἡ διάταξη τῆς εἰκόνας αὐτῆς, στὴν ὁποία ἀπεικονίζεται σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ σὲ ἕνα δεύτερο-κατώτερο ἐπίπεδο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, παραπέμπει στὴν αἵρεση τοῦ Filioque τῶν Παπικῶν, διδάσκει δηλαδὴ ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐξίσου ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὑποβαθμίζοντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ὡς ἐκ τούτου πάλι εἶναι ἀπαράδεκτη, ὡς ἀποτελοῦσα βλασφημία πρὸς τὴν Παναγία Τριάδα.
Μετὰ ἀπὸ ὅσα μέχρι τώρα σημειώσαμε, κάθε καλόπιστος θὰ ἐπείθετο, ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅμως πρέπει νὰ ἐξετάσουμε μιὰ ἔνσταση κάποιων, ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως προβληματίζει. Ἐπικαλοῦνται ἕνα κείμενο τοῦ προφήτη Δανιὴλ, ὁ ὁποῖος λέγει πὼς εἶδε σὲ ὅραμα τὸν «Παλαιὸν τῶν Ἡμερῶν», καὶ ταυτίζοντας τὸν Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν μὲ τὸν Θεὸν Πατέρα, ὑποστηρίζουν ὅτι ὀρθὰ ἀπεικονίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Πατήρ. Ὅμως ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας δὲν εὐνοεῖ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμό.
Αὐτὸς ποὺ ὁ Δανιὴλ «εἶδε» καὶ ἀπεκάλεσε «Παλαιὸν τῶν Ἡμερῶν» εἶναι ὁ κριτὴς τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ὁ Χριστός, (σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία γραφή) ὁ «μέλλων ἔρχεσθαι κρίνειν τὴν οἰκουμένην». Ἂς δοῦμε τὰ κείμενα:
* Ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶδε τὸ βῆμα τῆς κρίσεως, «θρόνοι ἐτέθησαν καὶ παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν ἐκάθητο … καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν» (ζ΄ 7-9).
* Αὐτὸς ποὺ εἶδε ὁ Δανιὴλ δὲν εἶναι ὁ Πατήρ, ἀλλ’ ὁ Υἱός, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὁ Πατήρ, τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ» (Ἰω. ε΄ 22).
* Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου ἀποκαλύπτει ποιός εἶναι ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν: «καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ὅμοιον Υἱῷ ἀνθρώπου…, ἡ δὲ κεφαλή… καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν. Καὶ εἶπεν: “ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἐγὼ Ἰησοῦς”» (Ἀποκ. α΄ 10-17, 17-19, β΄ 18, γ΄ 14, κβ΄ 13, 16).
Φυσικὰ τὴν ἴδια ἑρμηνεία δίνουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Χρυσόστομος: «Ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν ἔγινε βρέφος». Μ. Ἀθανάσιος: «Ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν ἔγινε βρέφος». Κάθισμα Ὄρθρου Ὑπαπαντῆς: «Νηπιάζει δι’ ἐμὲ ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν». Ὁ ἅγιος Μάξιμος σχολιάζει: «ποτὲ μὲν πολιὸς ποτὲ μὲν νέος ὁ Κύριος γράφεται, ὡς τὸ “Ἰησοῦς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας”. τὸ γοῦν σήμερον τοῦ χθὲς νεώτερον». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός: «καὶ Δανιὴλ ὁμοίωμα ἀνθρώπου εἶδε καὶ ὡς υἱὸν ἀνθρώπου ἐλθόντα ἐπὶ τὸν παλαιὸν τῶν ἡμερῶν. Καὶ οὐ φύσιν θεοῦ εἶδέ τις, ἀλλὰ τὸν τύπον καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι· ἔμελλε γὰρ ὁ υἱὸς καὶ λόγος τοῦ θεοῦ ὁ ἀόρατος ἄνθρωπος γίνεσθαι ἐν ἀληθείᾳ…».
Γενικὰ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν πὼς «οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στοὺς προφῆτες τῆς Π.Δ. καὶ ὄχι μόνο στὸν Δανιήλ, ὀφείλονται στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ σαρκώθηκε ἐν χρόνῳ καὶ ὄχι στὸν Θεὸ Πατέρα».
«Οἱ θεοφάνειες… ἦταν προεικονίσεις τῆς μελοντικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου. Τὸν Πατέρα τὸν γνωρίζουμε μόνο μέσῳ τοῦ Υἱοῦ», ὅπως ἔχει γραφεῖ καὶ στὸ Εὐαγγέλιο: «οὐ ὅτι τὸν Πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ…, ὁ μονογενὴς Υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰω. α΄ 18).
Εἶναι πολλὰ τὰ γραφικὰ κείμενα, τὰ πατερικά, τὰ ὑμνογραφικὰ ποὺ τονίζουν τὴν ἴδια ἀλήθεια. Γιὰ καλύτερη τεκμηρίωση θὰ παρατεθοῦν μερικὰ ἀκόμη:
Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἀβραὰμ καὶ οἱ λοιποὶ προφῆτες αὐτὸν (τὸν Θεὸν Λόγον) ἔβλεπον, τὸ μέλλον ἔσεσθε δι’ ὄψεως προφητεύοντες».
Στὰ Στιχηρὰ Ἰδιόμελα Μεταμορφώσεως (Ἑσπερινὸς 13ης Αὐγούστου): «Εἰς ὄρος ὑψηλὸν μεταμορφωθεὶς ὁ Σωτήρ, … ὁ πάλαι διὰ νόμου, καὶ Προφητῶν λαλήσας ὑπῆρχε Θεός, ᾧ καὶ φωνὴ τοῦ Πατρός, ἐκ νεφέλης φωτεινῆς, ἐμαρτύρει λέγουσα…». Καὶ «Ὁ πάλαι τῷ Μωσεῖ συλλαλήσας, ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ διὰ συμβόλων. Ἐγώ εἰμι, λέγων ὁ Ὤν…».
Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «μόνῳ γὰρ Υἱῷ τῷ κατὰ φύσιν ὁρατὸς ὁ Πατήρ…, ἑτέρῳ δὲ τῶν ὄντων οὐδενί».
Σωζόμενος: «Ἀβραὰμ μὲν γάρ… αὐτόπτης καὶ ἑστιάτωρ ἠξίωται εἶναι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ».
Εὐσέβιος: «Ἐκεῖ πρῶτον ὁ Σωτὴρ αὐτὸς μετὰ τῶν δύο ἀγγέλων, τὴν ἑαυτοῦ ἐπιφάνειαν τῷ Ἀβραὰμ ἐπιδαψιλεύσατο».
Ἐνῶ -ὅπως παρακολουθήσαμε- οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοι θεολόγοι θεωροῦν ἀπαράδεκτη ἐνέργεια τὴν ἀπεικόνηση τῆς Ἁγίας Τριάδος, εὐνοοῦν τὴν παρουσίαση τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ εἰκόνες, ποὺ τὸ περιεχόμενό τους εἶναι συμβολικό, ὅπως π.χ. ἡ Φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ ἢ ἡ γνωστὴ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ αὐτὲς οἱ συμβολικὲς ἀπεικονίσεις ἀντιστοιχοῦν στὰ γεγονότα καὶ δὲν τὰ παραποιοῦν, δὲν προσθέτουν οὔτε ἀφαιροῦν κάτι ἀπὸ τὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα καὶ χρησιμοποιοῦνται ὡς τύπος καὶ ὄχι ὡς ὁμοίωμα τῆς θεότητος. Ἐξ ἄλλου τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς φιλοξενείας τοῦ Ἀβραὰμ -κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Εὐσεβίου Καισαρίας (4ος αἰῶνας μ.Χ.)- χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία «ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰῶνα».
Καὶ κάτι ἀκόμα: Δὲν μποροῦμε νὰ παίρνουμε ἐκλεκτικά, ἀποσπώντας τα ἀπὸ τὴν συνάφειά τους, κάποια εἰκόνα ἀπὸ ἕνα γεγονὸς θεοφανείας, κάποια ἄλλη εἰκόνα ἀπὸ ἑτέρα παρόμοια στιγμὴ καὶ νὰ τὴν προσθέτουμε ὡς συμπλήρωμα γιὰ νὰ περιγράψουμε κάτι ποὺ δὲν εἴδαμε. Γιατὶ ναὶ μὲν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα «ἐν εἴδει περιστερᾶς» συναντᾶται στὴν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Υἱὸς εἶναι παρὼν βαπτιζόμενος, ἀλλὰ ὁ Πατήρ δὲν ἐμφανίζεται εἰκονικά, παρὰ μόνο ἀκούγεται φωνὴ ἡ λέγουσα «οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Ἐπιλέγοντας λοιπόν αὐτὴν τὴν συνθετικὴ παράσταση ποὺ δὲν εἴδαμε, γιὰ νὰ ἀπαρτήσουμε μιὰ ἀπεικόνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος, πλαστογραφοῦμε τὴν συγκεκριμένη πραγματικότητα, ἀφοῦ τοποθετοῦμε στὴ θέση τῆς φωνῆς ἕνα γέροντα Πατέρα, ποὺ ὄχι μόνον δὲν εὐοδοῦται ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ εἰσάγει (ὅπως ἀναλύθηκε προηγουμένως) αἱρετικὴ ἰδεολογία. Καὶ σφάλουμε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, γιατὶ ἀποκλείουμε μιὰ ἄλλη παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκείνη τὴν «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν βοηθοῦμε ἐπίσης, νὰ κατανοήσει ὁ προσευχόμενος –τῇ βοηθείᾳ τῆς εἰκόνος– πιστὸς, ὅτι ἡ συγκεκριμένη παρουσίαση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ὅπως ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς (στὴν θεία του φύση) εἶναι ἀσχημάτιστα.
Τέλος, θὰ ἐξετάσουμε τὸν ἰσχυρισμὸ ποὺ λέγει ὅτι: «ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος βρίσκεται τόσον καιρό… σὲ διάφορους ὀρθόδοξους Ναοὺς πολλῶν χωρῶν καὶ ἔχει πιὰ ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».
Ἀντικρούει ὅμως, μὲ ἔντονη φωνὴ διαμαρτυρίας τὸν ἰσχυρισμὸ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «μή μοι λέγεις παράδοσιν» (μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ παράδοση) ὅταν αὐτὴ δὲν ὑπηρετεῖ τὴν ἀλήθεια. Ἀκόμη πιὸ αὐστηρὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Διατί παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν;» (Ματθ. ιε΄ 3, 6).
Κι ἂν γιὰ λόγους ἄγνοιας ἢ ὀλιγωρίας αὐτὴ ἡ εἰκόνα πέρασε ἀπὸ τὴ Δύση στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ (κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα ὑποστηρίζουν κάποιοι), «συνυπάρχει σὰν μιὰ παρέκκλιση, ἀλλὰ ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης. Διότι τὰ σφάλματα συνεχίζουν νὰ εἶναι σφάλματα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πόσο ἔχουμε προσκολληθεῖ σ’ αὐτά. Τὸ νὰ ἐπιτρέπουμε τὸ σμίξιμο ὁποιασδήποτε κακοδοξίας εἶναι οἰκουμενισμός».
Ἂς μὴν ὑποτιμοῦν οἱ πνευματικοὶ πατέρες καὶ ποιμένες τὸν βλαβερὸ πνευματικὸ καὶ ψυχολογικὸ ἀντίκτυπο ποὺ ἔχει αὐτὴ ἡ ἀπεικόνιση στὶς ψυχές μας. Δὲν ὑπάρχει ἀβλαβὴς χρήση αὐτῆς τῆς εἰκόνας.
Σημάτης Παναγιώτης

Ἐφημ. «ΕΡΕΥΝΑ», Αἴγιο, 19/1/2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου