Α΄

«Ἄντε στό καλό του ἀπ᾽ ἐκεῖ μ᾽ αὐτόν τόν Πάπα καί τούς δογματισμούς. Ὅλο μ᾽ αὐτά θά ἀσχολούμαστε; Ἄς κοιτάξουμε καί λίγο τήν ψυχή μας».

Ἡ παραπάνω φράσις, ἀνήκει στὸν Σεβασμιώτατο Μεγαλουπόλεως κ. Ἱερεμία σὲ ἐκδήλωση ὅπου ἔλαβε χώρα στὴν Μητρόπολι Κορίνθου μὲ ὁμιλητὴ τὸν ἴδιο. Λόγῳ σχολίων ποὺ ἔγιναν στὸ διαδύκτιο ὁ Σεβασμιώτατος ἀπέστειλε ἐπιστολὴ πρὸς τὸ ποίμνιόν του μὲ τίτλο ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη καὶ στὸ διαδίκτυο, ἀπὸ ὅπου καὶ τὴν ἀνέγνωσα. 

[Ἐπειδὴ μοῦ δημιουργήθηκαν πολλὲς ἀπορίες ἀπὸ ὁρισμένα σημεία τῆς ἐπιστολῆς καταθέτω τὶς ἀπορίες μου αὐτὲς καὶ τὰ ἐρωτήματα μου χωρὶς νὰ ἔχω καμμία σχέσι μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἐπιστολή (ἐννοῶ ὅτι δὲν γνωρίζω κανένα προσωπικῶς, οὔτε γνωρίζω τοὺς χαρακτῆρες τους ἤ τὰ πιθανὰ πάθη τους ἤ τὶς ἀρετές τους, οὔτε καὶ τὸν Σεβασμιώτατο βεβαίως)  καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ κρίνω πρόσωπα ἀλλὰ ἀναφερόμενος ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον στὶς διατυπωθεῖσες θέσεις. Μία ἐνδεχομένως λανθασμένη θέσις δὲν σημαῖνει ὅτι ὁπωσδήποτε εἶναι «λάθος» καὶ «ἀποριπτέο» καὶ τὸ πρόσωπο. Πολλοὶ λόγοι μπορεῖ νὰ ἔχουν συντείνει ὥστε τελικῶς νὰ ὑπάρξει μιὰ λανθασμένη διατύπωσις…]
Ὁ Σεβασμιώτατος άναφέρει ὅτι τὴν ἀρχικὴ φράσι, «Ἄντε στό καλό…»: 
«…τήν ἐμπνεύστηκα ἀπό ἕνα σύντομο λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού μοῦ ἔκανε φοβερή ἐντύπωση. Τόν παραθέτω: «Ποθήσωμεν τήν εἰρήνην… Τό ζυγοστατεῖν καί σταθμίζειν τάς λέξεις τοῦ δόγματος καταλείπωμεν. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τό λογομαχεῖν ἐπί καταστροφήν τῶν ἀκουόντων. Οὐκ ἐσμέν τῶν ποιμένων ποιμένες, ἀλλά πρόβατα» (MPG 64,38). Στόν λόγο του αὐτόν ὁ ἱερός πατήρ, πού πρέπει νά τόν ἐξεφώνησε ὅταν ἦταν ἀκόμη πρεσβύτερος, μᾶς λέγει αὐτό πού εἶπα καί ἐγώ κατ᾽ ἔμπνευσή του: Νά μήν ἀσχολούμαστε μέ λογομαχίες μέ τά δογματικά θέματα, ἀλλά νά ἐπιδιώκουμε τήν μεταξύ μας εἰρήνη καί ἀγάπη».

Αὐτὸ ποὺ μένει στὸν ἀναγνώστη, ἀπὸ τὴν παρουσίαση τῶν λόγων

τοῦ ἁγίου -κατὰ τὸν συντάκτη τῆς ἐπιστολῆς-, εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης  λέει:  «Νά μήν ἀσχολούμαστε μέ λογομαχίες μέ τά δογματικά θέματα, ἀλλά νά ἐπιδιώκουμε τήν μεταξύ μας εἰρήνη καί ἀγάπη». Τὸ ὁποῖο εἶναι ἴδιο μὲ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Σεβασμιώτατος -κατὰ τὴν δική του ἐκτίμηση- , δηλαδὴ: «Ἄντε στό καλό του ἀπ᾽ ἐκεῖ μ᾽ αὐτόν τόν Πάπα καί τούς δογματισμούς. Ὅλο μ᾽ αὐτά θά ἀσχολούμαστε; Ἄς κοιτάξουμε καί λίγο τήν ψυχή μας».
Συνεχίζοντας  λέγει ὁ σεβασμιώτατος:
Ἀλλά καί ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες δέν ἔνοιωθαν εὐχάριστα ὅταν ἦταν ἀναγκασμένοι ἀπό τά πράγματα νά ἀσχοληθοῦν ἐξονυχιστικά μέ δογματισμούς. Ὁ Μ. Βασίλειος, γιά παράδειγμα, λέγει ὅτι ἀρκεῖ ἡ παράδοση τῶν Ἀποστόλων καί ἡ ἁπλότητα τῆς πίστης, ἀλλά ἐπειδή ὁ Εὐνόμιος ἀσχολήθηκε μέ ὑψηλά θέματα, σπέρνοντας ζιζάνια, θά ἀσχοληθεῖ ἀναγκαστικά καί ὁ ἴδιος μέ αὐτόν (βλ. MPG 29,500ΑΒ. 32,949ΒC). Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος πάλι μᾶς λέγει νά ἀποφεύγουμε τόν δογματισμό σάν νά εἶναι ἕνα ἐξαγριωμένο λιοντάρι. Μακρυά – λέγει – ἀπό τέτοιες συζητήσεις εἴτε μέ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἴτε καί μέ ἀνθρώπους ἔξω ἀπ᾽ αὐτήν. Λέγει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος πατέρας: «Φεῦγε τοῦ δογματῖσαι, ὡς ἀπό λέοντος ἀτάκτου· μήτε μήν μετά τῶν τροφίμων τῆς Ἐκκλησίας εἰς τοῦτο συνεισέλθῃς, μήτε μετά τῶν ἀλλοτρίων» (Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Τά εὑρεθέντα ἀσκητικά, ἐν Ἀθήναις 1895, σ. 35).
Μέ τόν λόγο μου, λοιπόν, «ἄντε στό καλό του μέ τόν Πάπα καί τούς δογματισμούς, ἄς κοιτάξουμε τήν ψυχή μας»ἐξέφρασα, νομίζω, τό πατερικό πνεῦμα, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπό τούς παραπάνω λόγους. (Σημ: ἡ ἔντονη γραφή δική μου).

Ἄς δοῦμε λίγο πιὸ συγκεκριμένα καὶ ἀναλυτικὰ τὶ  λένε οἱ ἀναφερθέντες Πατέρες καὶ γιὰ ποιὸ λόγο τὸ λέγουν.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀναφέρεται σὲ κάποιους χριστιανοὺς οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν θύματα τοῦ διαβόλου
«τοὺς ὁποίους ἐπιστράτευσε μὲ πρόσχημα τὴν εὐσέβεια, καὶ τὴν ἀναζήτησι τῆς πίστεως (νὰ τὴν χρησιμοποιήσουν) ὡς ὅπλο ἐναντίον τῆς πίστεως, καὶ ἔβαλε ψυχοφθόρο φιλονικεία στοὺς εὐσεβεῖς, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐκκλησίας νὰ πολεμοῦν μεταξύ τους»
 «παρεσκεύασέ τινας ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι, καὶ τῆς πίστεως τὴν ζήτησιν κατὰ τῆς πίστεως ὥπλισε, καὶ πάσι τοῖς εὐσεβοῦσι φιλονικείαν ψυχοφθόρον ἐμβέβληκε, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ᾿ ἀλλήλων ἐστράτευσεν» (PG 64,38).
Τί κάνανε αὐτοί; Ἠσχολοῦντο μὲ τὴν ἁγία Τριάδα καὶ συγκεκριμένως μὲ τὸν Χριστό:
«Γεννήθηκε ἤ δὲν γεννήθηκε; Ἔπαθε, ἀλλὰ δὲν ἔπαθε. Ἀνέστη, ἀλλὰ δὲν ἀνέστη» «ἐγεννήθη, οὐκ ἐγεννήθη· ἔπαθεν, ἀλλ᾿ οὐκ ἔπαθεν· ἀνέστη, ἀλλ᾿ οὐκ ἀνέστη». (PG 64,37) «Χώριζαν τὴν ἁγία τριάδα σὲ ἄνισες ἀρχές, ἔβλεπαν τὴν θεότητα σὲ βαθμίδες» «οὐ κατασκευάζουσιν ἐπιβεβηκυῖαν καὶ πάλιν ὑπέρτερον βαθμίδα θεότητος· οὐ τέμνουσι τὴν μίαν οὐσίαν εἰς ἀνίσους ἀρχάς» (PG 64,36).

Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὶ συνέβαινε. Μιλοῦσαν γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ δογμάτιζαν καὶ δημιουργοῦσαν ἔριδες γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό 

«Τὸν ἀκατάληπτο, ποὺ οὔτε οἱ προφῆτες μπόρεσαν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ποὺ ἡ άνθρώπινη φύση δὲν ἔχει τὴν δύναμη νὰ τὸν καταλάβη. Ποὺ νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει τὸν ἀχώρητο. Ποὺ λόγος δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει τὸν ἐνανθρωπίσαντα λόγο. Μόνον ἡ πίστις πλησιάζει τὸν ἀπλησίαστο,  ὅσο ἐπιτρέπεται». «Οἱ προφῆται τὸν ἀκατάληπτον καταλαβεῖν οὐ δεδύνηνται· πάσα τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ἀτονεῖ πρὸς τὴν τούτου κατάληψιν· νοῦς οὐκ ἰσχύει χωρῆσαι τὸν ἀχώρητον· λόγος οὐ δύναται τὸν ἐνανθρωπήσαντα λόγον περιβαλεῖν· πίστις μόνη πλησιάζει τῷ ἀπροσπελάστῳ, ὅσον ἐγχωρεῖ καὶ ὅσον ἐνδέχεται». (PG 64,36).

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς αὐθαίρετης δαιμονικῆς προσπάθειας νὰ ἀποδοθοῦν στὸ θεῖο ἰδιότητες καὶ διαβαθμίσεις (ποιοί τὸ κάνουν σήμερα αὐτό;) ὁ ἅγιος λέει:

«Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε  ὅλα τὰ θεοπρεπὴ καὶ ἀνθρώπινα στὸ ἕνα πρόσωπο καὶ στὴ μιὰ ὑπόστασι καὶ φύσει τοῦ σεσαρκωμένου θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ διδαχτήκαμε ἀπὸ τὸν Θεό καὶ Πατέρα, αὐτὰ παιδευθήκαμε ἀπὸ τὸν μονογενὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ κατηχηθήκαμε ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὰ διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς ἃγιες γραφές, αὐτὰ κηρύχθηκαν ἀπὸ τοὺς ὁσίους Πατέρες. Αὐτὰ λοιπὸν παραλάβαμε, αὐτὰ ἔχουμε μάθει, αὐτὰ ἄς κρατήσουμε. Γιατὶ πολεμοῦμε μεταξύ μας χωρὶς λόγο; Γιατὶ πολεμοῦμε μεταξύ μας ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε προσταγὴ νὰ άγαποῦμε καὶ αὐτοὺς ποὺ μᾶς μισοῦν; Γιατὶ ἀφοὺ ἀφήσαμε τὴν πίστι, μὲ τὰ λόγια ἀσχολούμεθα μὲ τὴν πίστη;»
«Πάντα γὰρ τὰ θεοπρεπῆ καὶ τὰ ἀνθρώπινα τῷ ἑνὶ προσώπῳ καὶ τῇ μιᾷ ὑποστάσει καὶ φύσει τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνατιθέαμεν καὶ ὁμολογοῦμεν. Ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός δεδιδάγμεθα· ταῦτα παρὰ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πεπαιδεύμεθα· ταῦτα παρὰ τοῦ  ἁγίου Πνεύματος κατηχήμεθα· ταῦτα παρὰ τῶν ἁγίων Γραφῶν διηγόρευται, ταῦτα παρὰ τῶν ὁσίων Πατέρων κεκήρυκται. Ταῦτα τοίνυν παρειλήφαμεν, ταῦτα μεμαθήκαμεν, ταῦτα κρατήσωμεν. Τὶ μαχόμεθα πρὸς ἀλλήλους εἰκῇ; τί πολεμοῦμεν ἀλλήλοις, οἱ προστεταγμένοι καὶ τοὺς μισούντας φιλεῖν; τὶ τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν;» (PG 64,36-37)
Ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος τὴν τακτικὴ τοῦ διαβόλου:
«νὰ στρέφει τοὺς χριστιανοὺς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν γιὰ νὰ γελᾶ μὲ πλατύ γέλιο βλέποντας  αὐτοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὶς ἐπιθυμίες του νὰ εἶναι παιχνιδάκια του, καὶ νὰ εὐχαριστιέται μὲ ὅσα πράττουν ἐναντίον τους, καὶ μετὰ ἀπὸ πείρα τὀσων κακῶν νὰ μὴν γνωρίζουν τὸν αἴτιο τῶν κακῶν». «τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ᾿ ἀλλήλων ἐστράτευσεν, ἵνα γελᾷ πλατὺν γέλωτα, βλέπων τοὺς κεχρημένους αὐτοῦ ταῖς βουλαῖς παιζομένους παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ τέρποντας αὐτὸν ἐν οἶς  κατ᾿ ἀλλήλων ἐργάζονται, καὶ οὐδὲ μετὰ τὴν πεῖραν τῶν κακῶν ἐπιγινώσκοντας τῶν αἴτιον τῶν κακῶν». (PG 64,38)) 
Καὶ καταλήγει:
«Ἄς στρέψουμε λοιπὸν τὴν εὐχαρίστηση τοῦ πονηροῦ ἐνάντια στὴν κεφαλή του, τὴν εὐφροσύνη του ἄς τὴν μεταβάλλουμε σὲ ὁδύνη καὶ  πένθος ἀπαρηγόρητο. Ἄς ποθήσουμε τὴν εἰρήνη ποὺ ἐκεῖνος μισεῖ. Ἄς σταματήσουμε νὰ ζυγίζουμε καὶ νὰ μετροῦμε κατὰ τὴν γνώμη μας τὶς λέξεις τοῦ δόγματος. Νὰ σταματήσουμε νὰ θέλουμε νὰ εἴμαστε διδάσκαλοι τῶν δασκάλων. Νὰ μισήσουμε τὸ νὰ λογομαχοῦμε μὲ ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴ ὅσων μᾶς ἀκοῦνε. Ἄς πιστέψουμε ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες. Δὲν εἴμαστε σοφώτεροι ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Δὲν εἴμαστε ἀκριβέστεροι ἀπὸ τοὺς διδασκάλους. Δὲν εἴμαστε ποιμένες τῶν ποιμένων ἀλλὰ πρόβατα».
 «Τρέψωμεν τοίνυν κατὰ τοῦ πονηροῦ κεφαλῆς τοῦτο δὴ τὸ τερπνὸν αὐτοῦ, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλλομεν εἰς ὁδύνην καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον· ποθήσωμεν τὴν εἰρήνην, ἦν ἐκεῖνος μισεῖ· τὸ ζυγοστατεῖν καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγματος καταλείπωμεν· παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι· μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ καταστροφὴ τῶν ἀκουόντων· πιστεύσωμεν ὡς οἱ Πατέρες παρέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι, οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἡμῶν ἀκριβέστεροι, οὐκ ἐσμὲν τῶν ποιμένων ποιμένες, ἀλλὰ πρόβατα» (PG 64,38)

Ἀπὸ τὸ παραπάνω χωρίο λαμβάνει ὁ Σεβασμιώτατος τὰ τονισμένα σημεία καὶ τὰ χρησιμοποιεῖὡς ἀφετηρία καὶ ὡς ἔμπνευση τοῦ δικοῦ του λόγου, ὅπως λέγει.

Ἀπὸ ὅσα ἐγὼ μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ δὲν μιλοῦν γιὰ τὸ ἴδιο θέμα καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο-τὸ ἴδιο πνεῦμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης καὶ ὁ Σεβασμιώτατος. Ζητῶ προκαταβολικῶς συγγνώμη ἀπὸ ὅποιον διαβάσει τὰ ἐδὼ γραφόμενα, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε γνωρίζω, οὔτε ἔχω σκοπὸ νὰ προσβάλω τὸν Ἀρχιερέα, ἤ τὰ ἄλλα πρόσωπα ποὺ ἀναφέρει, οὔτε νὰ λάβω μέρος στὴν διαμάχη του μὲ ὅσους αὐτὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι  «θυμώδεις καί ὀργίλοι στήν ψυχή» ἤ ποὺ «θέλουν νὰ κάνουν τὸν ἀγωνιστή» -ὅπως ἀναφέρει στὴν ἐπιστολή του- πάντως ἀπὸ τὰ παρατεθέντα νομίζω ὅτι συνάγονται ἀβιάστως τὰ κάτωθι:

α) Ὁ ἅγιος ἀναφέρεται σὲ περίπτωση ἀνθρώπων ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ψαύσουν τὰ ἄψαυστα καὶ νὰ διερμηνεύσουν καὶ νὰ κατηγοριοποιήσουν τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἐρχόμενοι σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς θεῖες γραφὲς καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων.

Θεωρεῖ ὁ Σεβασμιώτατος ὅτι ὅποιος ἐκφέρει γνώμη σχετικῶς μὲ τὴν γενομένη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς θεῖες γραφὲς καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων; Εἶναι τὸ ἴδιο νὰ διαμαρτύρεται κάποιος βλέποντας τὴν πίστη νὰ βλάπτεται μὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ νὰ ἐρμηνεῦσει κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας;

β) Ὁ ἅγιος ἀναφέρεται σὲ ἄνθρώπους ποὺ τὸ σαφῶς διατυπωμένο δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἐρμηνεύουν κατὰ τὴν γνώμη τους -«ζυγοστατεῖν καὶ σταθμίζειν»- ἐναντιούμενοι στοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ τοὺς προτρέπει νὰ  πιστέψουν ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες- «πιστεύσωμεν ὡς οἱ Πατέρες παρέδωκαν» (λείπει τὸ συγκεκριμένο τμήμα ἀπὸ τὴν παράθεση τοῦ Σεβασμιωτάτου).

Στὴν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος ποιοί προσβάλουν τὰ διατυπωμένα δόγματα καὶ ποιοί ἐπιζητοῦν καὶ προσπαθοῦν νὰ ὑπερασπιστοῦν  τὴν πίστη τῶν Πατέρων; Ἀναφέρει ὁ Σεβασμιώτατος –καὶ ὀρθῶς, κατὰ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἴρεσις ὁ δὲ Οἰκουμενισμὸς παναίρεσις. Ποιοὶ διασαλεύουν καὶ περιφρονοῦν τὴν παράδοση τῶν Πατέρων; Αὐτοὶ ποὺ συμφύρονται καὶ συναγελάζονται μὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀποκαλοῦν «ἁγιωτάτους ἀδελφοὺς» ἤ αὐτοὶ ποὺ διαμαρτύρονται γι’ αὐτά; Τηρήθηκαν στὴν προετοιμασία καὶ στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ διδασκαλίες τῶν Πατέρων; 

γ) Ὁ ἅγιος θεωρεῖ τοὺς δημιουργοῦντες τὰ προβλήματα ὡς θύματα τοῦ διαβόλου καὶ προσπαθεῖ νὰ τοὺς κάνει νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν πλάνη τους πρὸς καταισχύνη τοῦ διαβόλου καὶ σωτηρία δική τους. Δὲν τοὺς ὑβρίζει, δὲν προσπαθεῖ νὰ τοὺς μειώσει.

Στὸ κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου ὑπάρχει τέτοιο πνεῦμα; Ἐγὼ βλέπω τὸ ἀντίθετο. Ἴσως κάνω λάθος. Ἴσως δὲν διετυπώθηκαν στὴν ἐπιστολὴ ἐπιτυχῶς τὰ αἰσθήματα τοῦ Σεβασμιωτάτου. Ὅμως διαβάζω: «Ντροπή μας, νά θέλουμε νά κάνουμε τόν ἀγωνιστή, ἐνῶ βαρυνόμαστε μέ ποικίλλα πάθη». Καὶ παρακάτω: «Ἀφοῦ, ἐσύ πάτερ καί ἐσύ λαϊκέ ἀδελφέ, πού θέλετε νά κάνετε τόν ἀγωνιστή, ἀφοῦ, ὅπως σᾶς γνωρίζουμε, εἶστε θυμώδεις καί ὀργίλοι στήν ψυχή καί ἀφοῦ δέν γνωρίζετε τήν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς οὔτε ἔχετε μελετήσει τήν πατερική θεολογία, ποῦ πᾶτε χωρίς ἅρματα γιά ἀντιαιρετικό ἀγώνα;»

Καλά, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγωνιᾶ γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας  –καὶ κορυφώθηκαν μὲ τὴν Σύνοδο –καὶ διατυπώνει τὴν ἀγωνία του, τὰ ἐρωτήματά του, τὶς ἀντιρρήσεις του «κάνει τὸν ἀγωνιστή;» Ἔτσι ἀντιλαμβάνετε ὁ Σεβασμιώτατος ὅσους ἐκφέρουν κάποια γνώμη; Σίγουρα κάποιο λάθος θὰ ὑπάρχει στὴν διατύπωση διότι ἄλλως εἶναι ἀκατανόητη μιὰ τέτοια δήλωση, ὅταν ἐκφράζεται γενικῶς. Δὲν ξέρω ἄν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του συγκεκριμένα πρόσωπα, ἀλλὰ ἐδὼ μιλάει γιὰ κάθε λαϊκὸ καὶ κάθε κληρικό γενικῶς. Δηλαδὴ ὁλόκληρες ἐκκλησίες, ἐπίσκοποι, μοναχοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί «κάνουν τὸν ἀγωνιστή;»  Καὶ μάλιστα «ἐνῶ βαρυνόμαστε μὲ ποικίλα πάθη»; Μὰ εἶναι δυνατὸν; Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν βαρύνεται ἀπὸ ποικίλα πάθη καὶ ἄπειρες ἁμαρτίες;  Ποιὸς ἔχει τέτοια ἱδέα γιὰ τὸν ἐαυτό του; Ἄν πάλι περιμένει κανεὶς νὰ ἀπαλαγεὶ ἀπὸ τὰ πάθη του προκειμένου νὰ ἐκφράσει τὴν ἀπορία του, τὴν ἀντίρρησή του, τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας  –γιατὶ ἐπαναλαμβάνω γιὰ τέτοια περίπτωση μιλοῦμε ἐδώ ἀπλὰ ποτὲ δὲν θὰ μιλήσει, διότι μέχρι τὴν τελευταῖα στιγμὴ τῆς ζωῆς τὰ πάθη ὑπάρχουν καὶ τυρανοῦν τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα . Εἶναι προτιμώτεροι οἱ ἀδιάφοροι καὶ οἱ σιωπολόγοι; Ὑπάρχει πουθενὰ στὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τέτοια θέσις; 

Καὶ ἐπαναλαμβάνω δὲν μιλῶ γιὰ ἀνθρώπους ποὺ προσπαθοῦν νὰ θεολογήσουν ἀντίθετα μὲ τοὺς Πατέρες ἤ γιὰ θέματα ποὺ δὲν ἔχουν ἐκφραστεῖ σαφῶς οἱ Πατέρες ἥ γιὰ ὑψηλὰ καὶ δυσπρόσιτα θεολογικὰ ζητήματα ἤ γιὰ τὴν ἴδια τὴν Θεότητα, ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω. Ἐκεῖ ἰσχύει σαφῶς ἡ ἄποψις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου   «πάσα τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ἀτονεῖ πρὸς τὴν τούτου κατάληψιν· νοῦς οὐκ ἰσχύει χωρῆσαι τὸν ἀχώρητον· λόγος οὐ δύναται τὸν ἐνανθρωπήσαντα λόγον περιβαλλεῖν». Ἐκεῖ ἁρμόδιοι νὰ μιλήσουν εἶναι οἱ Παΐσιοι καὶ οἱ Πορφύριοι καὶ οἱ ἄλλοι πραγματικοὶ ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ποὺ ὁ Θεὸς γνωρίζει ποιοί εἶναι ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς ἀναγνωρίζει καὶ ἀκολουθεῖ.  

Τώρα γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα χαρακτηριστικὰ ποὺ ἀποδίδει θυμώδεις, ὀργίλοι, ἄσχετοι ἀπὸ θεολογία καὶ ἐρμηνεία τί νὰ ποῦμε; Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ξέρει, ἀλλὰ σὲ δημόσιο λόγο, ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀγάπη, δὲν ἀντιλαμβάνομε τί θέσι μποροῦν νὰ ἔχουν τέτοιοι χαρακτηρισμοὶ καὶ ποιόν ἐνδιαφέρουν καὶ σὲ τί χρησιμεύουν. Πάντως ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν μιλάει, στὸ συγκεκριμένο κείμενό του, μὲ τέτοιους χαρακτηρισμοὺς καὶ μάλιστα γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ προκλήσεως δημιούργησαν τεράστιο πρόβλημα καὶ ἔντονες διαμάχες στὴν Ἐκκλησία.


Ὅπως καὶ νὰ ἔχει ὁ Σεβασμιώτατος μὲ τὶς διατυπώσεις του αὐτὲς θεωρεῖ ὄτι  βοηθᾶ ὥστε πράγματι νὰ «ἐπιδιώκουμε τήν μεταξύ μας εἰρήνη καί ἀγάπη;». Σίγουρα κάποιο  λάθος ἔχει γίνει. Ἴσως ὡς ἄνθρωπος πάνω στὴν ἀγανάκτησί του ἔγραψε αὐτὰ ποὺ ἔγραψε.

Ὅμως ἐπειδὴ τὸ πράγμα πῆρε ἐκτασι καὶ σίγουρα θὰ εἶναι κουραστικό γιὰ τὸν πιθανό ἀναγνώστη, θὰ συνεχίσουμε, σὺν Θεῷ, μόλις βροῡμε λίγο χρόνο, καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα Πατερικά ἀποσπάσματα ποὺ περιέχονται στὴν ἐπιστολή αὐτή.
Τζανάκης Γεώργιος
Ἀκρωτήρι Χανίων. 7 Ἰανουαρίου 2017